Το σώμα δεν αντιδρά με τον ίδιο τρόπο σε κάθε φάρμακο. Ένα σύμπτωμα που εμφανίζεται μετά τη λήψη μιας αγωγής μπορεί να είναι αναμενόμενη παρενέργεια, όμως σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποτελεί ανεπιθύμητη αντίδραση που χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση.

Τέτοιες αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν όταν ξεκινά ένα νέο φάρμακο, όταν αυξάνεται ή μειώνεται η δόση, αλλά ακόμη και μετά τη διακοπή του.

Η ηλικία, τα γονίδια, η κατάσταση της υγείας, η δοσολογία και η ταυτόχρονη λήψη άλλων φαρμάκων μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνεται κάθε οργανισμός.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι αλληλεπιδράσεις. Ένα φάρμακο μπορεί να επηρεαστεί από άλλη φαρμακευτική αγωγή, κάποιο συμπλήρωμα διατροφής ή ακόμη και συγκεκριμένες τροφές. Γι’ αυτό η εμφάνιση ενός ασυνήθιστου συμπτώματος δεν θα πρέπει να αποδίδεται αυτόματα σε κάτι άσχετο.

Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις χωρίζονται σε διαφορετικές κατηγορίες. Οι συχνότερες είναι εκείνες που προκύπτουν από την ίδια τη φαρμακολογική δράση του σκευάσματος, όταν αυτή γίνεται υπερβολικά έντονη.

Άλλες είναι απρόβλεπτες και μπορεί να αφορούν αλλεργικές αντιδράσεις, ενώ υπάρχουν και αντιδράσεις που συνδέονται με τη μακροχρόνια χρήση ή εμφανίζονται αρκετό καιρό μετά τη λήψη ενός φαρμάκου.

Υπάρχει επίσης μία κατηγορία που αφορά την απότομη διακοπή της θεραπείας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο οργανισμός μπορεί να αντιδράσει στην απουσία μιας ουσίας στην οποία είχε προσαρμοστεί.

Τα συμπτώματα μπορεί να είναι σχετικά ήπια, όπως ναυτία, πονοκέφαλος ή εξάνθημα, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σοβαρά. Δυσκολία στην αναπνοή, πρήξιμο στο πρόσωπο ή στον λαιμό, πόνος στο στήθος, λιποθυμία, έντονη ζάλη ή εκτεταμένο εξάνθημα χρειάζονται άμεση ιατρική αντιμετώπιση.

Όταν εμφανιστεί κάποιο νέο σύμπτωμα, ειδικά μετά την έναρξη μιας αγωγής, είναι χρήσιμο να ελεγχθούν οι πληροφορίες στο φύλλο οδηγιών και να υπάρξει επικοινωνία με γιατρό ή φαρμακοποιό εφόσον το σύμπτωμα επιμένει, επιδεινώνεται ή προκαλεί ανησυχία.

Ένα απλό ημερολόγιο μπορεί επίσης να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμο. Η καταγραφή της ημερομηνίας έναρξης του συμπτώματος, της φαρμακευτικής αγωγής, της δόσης και οποιασδήποτε πρόσφατης αλλαγής μπορεί να βοηθήσει τον γιατρό να διαπιστώσει αν υπάρχει πιθανή σύνδεση.

Στην Ελλάδα υπάρχει και η Κίτρινη Κάρτα του ΕΟΦ, μέσω της οποίας μπορούν να αναφέρονται πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων. Η

δυνατότητα αναφοράς δεν αφορά μόνο τους επαγγελματίες υγείας, αλλά και τους ίδιους τους ασθενείς, τους φροντιστές και τα μέλη των οικογενειών τους.

Η αναφορά μιας πιθανής ανεπιθύμητης ενέργειας έχει σημασία ακόμη και όταν δεν είναι βέβαιο ότι το φάρμακο ευθύνεται για το σύμπτωμα.

Οι πληροφορίες αυτές συμβάλλουν στη φαρμακοεπαγρύπνηση και στην καλύτερη αξιολόγηση της ασφάλειας των φαρμάκων.

Σε κάθε περίπτωση, μια ύποπτη αντίδραση δεν σημαίνει ότι πρέπει να διακοπεί αυθαίρετα μια θεραπεία. Η απόφαση για συνέχιση, αλλαγή ή διακοπή ενός φαρμάκου πρέπει να λαμβάνεται σε συνεννόηση με επαγγελματία υγείας, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για σοβαρή ή χρόνια αγωγή.