Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια ένταση στη φωνή τους. Κάποιοι μπορούν να μιλούν και να ακούγονται καθαρά σε έναν μεγάλο χώρο χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, ενώ άλλοι χρειάζεται να ανεβάσουν αρκετά την έντασή τους για να γίνουν αντιληπτοί. Η διαφορά αυτή δεν είναι μόνο θέμα συνήθειας, αλλά συνδέεται και με τη φυσιολογία κάθε ανθρώπου.

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες είναι οι φωνητικές χορδές. Το μήκος, το πάχος και η ελαστικότητά τους επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο πάλλονται και, κατά συνέπεια, την ποιότητα και την ένταση του ήχου που παράγεται.

Καθοριστικό ρόλο παίζει και η αναπνοή. Κατά την ομιλία, ο αέρας που βγαίνει από τους πνεύμονες περνά από τις φωνητικές χορδές και τις κάνει να δονούνται. Ο καλύτερος έλεγχος της αναπνοής μπορεί να επιτρέψει σε κάποιον να παράγει πιο ισχυρό ήχο χωρίς να καταβάλλει υπερβολική προσπάθεια.

Στη συνέχεια, ο ήχος ενισχύεται από τις φυσικές κοιλότητες του σώματος, όπως ο λαιμός, το στόμα και η ρινική κοιλότητα. Το μέγεθος και το σχήμα αυτών των περιοχών διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο και επηρεάζουν τη φυσική αντήχηση της φωνής.

Παράλληλα, σημαντικό είναι και το πώς έχει συνηθίσει κάποιος να μιλά. Άνθρωποι που από μικροί χρησιμοποιούν πιο έντονα τη φωνή τους ή έχουν μάθει να «προβάλλουν» τον ήχο μπορούν να ακούγονται πολύ δυνατά, χωρίς απαραίτητα να φωνάζουν.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι δυνατή φωνή δεν σημαίνει απαραίτητα βαθιά φωνή. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει υψηλό τόνο και ταυτόχρονα πολύ μεγάλη ένταση.

Στην πραγματικότητα, η ένταση της φωνής είναι αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων: φωνητικές χορδές, αναπνοή, λάρυγγας, φυσική αντήχηση και τρόπος ομιλίας. Γι’ αυτό και η φωνή κάθε ανθρώπου έχει τη δική της μοναδική «υπογραφή».