Το Ozempic και γενικότερα η σεμαγλουτίδη ενδέχεται να έχουν δράση που δεν περιορίζεται στον έλεγχο του σακχάρου και του σωματικού βάρους, καθώς νέα κλινική μελέτη εξέτασε κατά πόσο μπορούν να επηρεάσουν την κατανάλωση αλκοόλ σε ανθρώπους με διαταραχή χρήσης αλκοόλ.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, που δημοσιεύθηκε στο American Journal of Psychiatry, ήταν μικτά. Η σεμαγλουτίδη δεν πέτυχε σημαντική μείωση της επιθυμίας για αλκοόλ στην κύρια εργαστηριακή δοκιμασία, ωστόσο οι συμμετέχοντες που έλαβαν το φάρμακο παρουσίασαν λιγότερες ημέρες βαριάς κατανάλωσης και έπιναν μικρότερες ποσότητες τις ημέρες που κατανάλωναν αλκοόλ.

Πρόκειται για την πρώτη μελέτη που εξετάζει την από του στόματος σεμαγλουτίδη σε ανθρώπους οι οποίοι είχαν διαταραχή χρήσης αλκοόλ και είχαν αναζητήσει ενεργά βοήθεια για να περιορίσουν ή να σταματήσουν το ποτό.

Τι έδειξε η μελέτη

Στην έρευνα συμμετείχαν 50 ενήλικες με μέτρια έως σοβαρή διαταραχή χρήσης αλκοόλ. Οι συμμετέχοντες είχαν υψηλά επίπεδα κατανάλωσης πριν από την έναρξη της δοκιμής και είχαν δηλώσει ότι ήθελαν να μειώσουν ή να διακόψουν το αλκοόλ.

Οι ερευνητές τους χώρισαν τυχαία σε δύο ομάδες. Η μία έλαβε σεμαγλουτίδη σε μορφή χαπιού, αρχικά 3 mg ημερησίως για τέσσερις εβδομάδες και στη συνέχεια 7 mg για ακόμη τέσσερις εβδομάδες. Η δεύτερη ομάδα έλαβε εικονικό φάρμακο.

Η δοκιμή ήταν διπλά τυφλή, επομένως ούτε οι συμμετέχοντες ούτε οι ερευνητές γνώριζαν ποιοι λάμβαναν τη δραστική ουσία.

Για οκτώ εβδομάδες καταγράφονταν η κατανάλωση αλκοόλ, η επιθυμία για ποτό και οι επιπτώσεις της κατανάλωσης στην καθημερινότητα των συμμετεχόντων.

Οι ερευνητές πραγματοποίησαν παράλληλα εργαστηριακή δοκιμασία κατά την οποία οι συμμετέχοντες έβλεπαν, κρατούσαν και μύριζαν το ποτό που είχαν επιλέξει, χωρίς να μπορούν να το καταναλώσουν. Στόχος ήταν να μετρηθεί η ένταση της επιθυμίας τους για αλκοόλ.

Έπιναν λιγότερο όταν κατανάλωναν αλκοόλ

Η συγκεκριμένη βασική δοκιμασία δεν έδειξε σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες ως προς την επιθυμία για αλκοόλ.

Όταν όμως οι επιστήμονες εξέτασαν την πραγματική κατανάλωση, προέκυψαν διαφορετικά δεδομένα.

Κατά τις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες της θεραπείας, όσοι έλαβαν σεμαγλουτίδη είχαν λιγότερες ημέρες βαριάς κατανάλωσης σε σύγκριση με όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο.

Παράλληλα, τις ημέρες που έπιναν, η ποσότητα του αλκοόλ ήταν μικρότερη.

Αυτό σημαίνει ότι η επίδραση της σεμαγλουτίδης δεν φάνηκε απαραίτητα στο αν κάποιος θα έπινε ή όχι, αλλά περισσότερο στο πόσο θα κατανάλωνε και στο αν η κατανάλωση θα έφτανε σε επίπεδα βαριάς χρήσης.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης μειωμένη επιθυμία για αλκοόλ σε διαφορετικό ερωτηματολόγιο, ενώ οι συμμετέχοντες που έλαβαν σεμαγλουτίδη ανέφεραν λιγότερες αρνητικές συνέπειες που συνδέονταν με το ποτό.

Σε ένα ακόμη εύρημα, περισσότεροι συμμετέχοντες στην ομάδα της σεμαγλουτίδης παρουσίασαν βελτίωση κατά τουλάχιστον μία κατηγορία κινδύνου σύμφωνα με την ταξινόμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Ωστόσο, η συγκεκριμένη διαφορά δεν παρέμεινε στατιστικά σημαντική όταν συνυπολογίστηκαν και όσοι αποχώρησαν νωρίτερα από τη μελέτη.

Ο ρόλος της GLP-1

Η σεμαγλουτίδη ανήκει στα φάρμακα που μιμούνται τη δράση της ορμόνης GLP-1, η οποία συμμετέχει στη ρύθμιση του σακχάρου και του αισθήματος κορεσμού.

Το ενδιαφέρον των ερευνητών αφορά και τη δράση της συγκεκριμένης ορμόνης στον εγκέφαλο. Υποδοχείς GLP-1 υπάρχουν σε περιοχές που συνδέονται με την ανταμοιβή και την παρακίνηση.

Έτσι, οι επιστήμονες εξετάζουν το ενδεχόμενο φάρμακα που επηρεάζουν αυτόν τον μηχανισμό να μπορούν να επηρεάσουν και την αντίδραση του εγκεφάλου σε άλλες ουσίες που προκαλούν αίσθημα ανταμοιβής, όπως το αλκοόλ.

Τα συγκεκριμένα ευρήματα είναι ενδιαφέροντα, όμως δεν σημαίνουν ότι η σεμαγλουτίδη αποτελεί ήδη καθιερωμένη θεραπεία για τη διαταραχή χρήσης αλκοόλ.

Χρειάζονται μεγαλύτερες και μεγαλύτερης διάρκειας κλινικές μελέτες προκειμένου να επιβεβαιωθεί η συγκεκριμένη δράση και να διαπιστωθεί αν και σε ποιους ασθενείς θα μπορούσε μελλοντικά να έχει θεραπευτικό ρόλο.