
Οι ενέσεις απώλειας βάρους, όπως το Wegovy και το Mounjaro, φαίνεται πως δεν επηρεάζουν μόνο τον δείκτη της ζυγαριάς, αλλά και τις καθημερινές καταναλωτικές συνήθειες όσων τις χρησιμοποιούν.
Σύμφωνα με ανάλυση του BBC και έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στη Βρετανία και τις ΗΠΑ, οι χρήστες των φαρμάκων GLP-1 ξοδεύουν αισθητά λιγότερα χρήματα για τρόφιμα, περιορίζουν την κατανάλωση γλυκών, αλκοόλ και πρόχειρου φαγητού, ενώ στρέφονται σε πιο υγιεινές επιλογές, όπως φρούτα και προϊόντα υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη.
Έρευνα της Worldpanel by Numerator, στην οποία συμμετείχαν περισσότερα από 11.000 νοικοκυριά στη Μεγάλη Βρετανία, έδειξε ότι τα σπίτια όπου τουλάχιστον ένα άτομο χρησιμοποιεί φάρμακα GLP-1 δαπάνησαν κατά μέσο όρο 418 στερλίνες λιγότερες για είδη παντοπωλείου μέσα στον πρώτο χρόνο της θεραπείας, σε σχέση με νοικοκυριά που δεν έκαναν χρήση των συγκεκριμένων σκευασμάτων.
Σε εθνικό επίπεδο, οι ερευνητές εκτιμούν ότι η συνολική μείωση στις δαπάνες για τρόφιμα αγγίζει τα 780 εκατομμύρια στερλίνες.
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στις ΗΠΑ, όπου μελέτη του Πανεπιστημίου Cornell διαπίστωσε ότι οι δαπάνες για τρόφιμα μειώθηκαν κατά 5% μέσα στους πρώτους έξι μήνες από την έναρξη της θεραπείας, ενώ στα νοικοκυριά με υψηλότερα εισοδήματα η μείωση έφτασε το 8%.
Οι αλλαγές, ωστόσο, δεν περιορίζονται μόνο στις ποσότητες των αγορών. Οι χρήστες αγοράζουν λιγότερες σοκολάτες, γλυκά, αρτοσκευάσματα και αλκοολούχα ποτά, επιλέγοντας συχνότερα τρόφιμα πλούσια σε πρωτεΐνη, γιαούρτι, φρούτα και θαλασσινά, όπως οι γαρίδες.
Παράλληλα, οι ερευνητές διαπίστωσαν αύξηση στις αγορές προϊόντων προσωπικής φροντίδας, όπως τσίχλες, στοματικά διαλύματα και βαφές μαλλιών, κάτι που αποδίδεται σε πιθανές παρενέργειες της θεραπείας, όπως η κακοσμία του στόματος ή η αραίωση των μαλλιών.
Η 71χρονη Άνι Χάσλαμ από την Κορνουάλη, η οποία ακολουθεί θεραπεία εδώ και περίπου 18 μήνες, περιέγραψε τη δική της εμπειρία.
«Παίρνω ενέσεις απώλειας βάρους εδώ και περίπου 18 μήνες και έχω πέσει από τα 86 κιλά στα περίπου 64. Αγοράζω λιγότερο φαγητό και λιγότερα τρόφιμα που προσφέρουν άμεση ικανοποίηση, όπως μπισκότα ή γλυκά. Τρώω πιο υγιεινά και μικρότερες ποσότητες», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, η μεγάλη απώλεια βάρους άλλαξε και τις υπόλοιπες καταναλωτικές της ανάγκες.
«Έχω ξοδέψει αρκετά χρήματα σε ρούχα, γιατί τα παλιά μου δεν μου κάνουν πλέον. Από νούμερο 18 πήγα σε 10 ή 12», είπε χαρακτηριστικά.
Ανάλογη εμπειρία περιέγραψε και ο 42χρονος Μπραντ Τσάνερ από το Νιούκαστλ.
«Πριν από τις ενέσεις, δεν είχα τη δύναμη να περάσω έξω από ένα κατάστημα χωρίς να πάρω ένα σνακ ή να περάσω από μία παμπ για μπύρα.
Τώρα, αγοράζουμε περισσότερα τρόφιμα πλούσια σε πρωτεΐνη και ξοδεύω περισσότερα για ρούχα, επειδή αισθάνομαι μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση με την εμφάνισή μου», δήλωσε.
Η ανώτερη σύμβουλος της Worldpanel by Numerator, Νισίτα Πάτνι, εκτίμησε ότι οι αλλαγές αυτές δεν συνιστούν απλώς μείωση της κατανάλωσης.
«Δεν πρόκειται για συρρίκνωση της ζήτησης, αλλά για αλλαγή», υπογράμμισε.
Σχεδόν τα δύο τρίτα των συμμετεχόντων στην έρευνα δήλωσαν επίσης ότι έχουν περιορίσει ή προσπαθούν να περιορίσουν τα γεύματα εκτός σπιτιού μετά την έναρξη της θεραπείας.
Παρά τη μείωση ορισμένων καθημερινών εξόδων, το υψηλό κόστος των φαρμάκων εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εμπόδιο για πολλούς ασθενείς.
Στη Βρετανία, όπου οι περισσότεροι πληρώνουν ιδιωτικά για τη θεραπεία, το μηνιαίο κόστος μπορεί να ξεπεράσει τις 300 στερλίνες, με σχετικές έρευνες να δείχνουν ότι αυτός είναι και ο σημαντικότερος λόγος διακοπής της αγωγής.