Νέα δεδομένα προκύπτουν στην έρευνα για τον θάνατο της 38χρονης Βρετανίδας Ελίζαμπεθ Ρος, η σορός της οποίας εντοπίστηκε μέσα σε βαλίτσα σε εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Κυψέλη.

Οι αστυνομικές Αρχές εξετάζουν όλα τα ενδεχόμενα, μεταξύ των οποίων και το σενάριο η γυναίκα να έπεσε θύμα κάποιου ατόμου που γνώρισε στο πλαίσιο της εθελοντικής της δράσης.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του βρετανικού Τύπου, η Ρος, γνωστή ως Λίζα στους οικείους της, επισκεπτόταν συστηματικά την Ελλάδα τα τελευταία επτά χρόνια, συμμετέχοντας σε δράσεις μη κυβερνητικών οργανώσεων που στήριζαν άστεγους και άλλες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Όσοι τη γνώριζαν κάνουν λόγο για έναν άνθρωπο με έντονο αίσθημα κοινωνικής προσφοράς και αλληλεγγύης.

Κάτοικοι της Κυψέλης υποστηρίζουν ότι λίγες ημέρες πριν από την εξαφάνισή της είχαν δει τη 38χρονη να συνομιλεί με άστεγους κοντά σε εγκαταλελειμμένο χώρο στάθμευσης της περιοχής. Μία κάτοικος ανέφερε πως δεν έδωσε αρχικά σημασία, θεωρώντας ότι επρόκειτο για ακόμα μία εθελόντρια που προσέφερε βοήθεια. Όταν όμως δημοσιοποιήθηκαν οι φωτογραφίες της άτυχης γυναίκας, αναγνώρισε το πρόσωπό της.

Οι καταθέσεις αυτές αξιολογούνται από τους ερευνητές, οι οποίοι εξετάζουν αν οι επαφές της στην περιοχή συνδέονται με την εξαφάνισή της.

Στο μικροσκόπιο της έρευνας βρίσκεται ένας άστεγος άνδρας, ο «Μάρκος» που φέρεται να διέμενε στο ίδιο εγκαταλελειμμένο κτίριο όπου εντοπίστηκε η σορός. Σύμφωνα με πληροφορίες, έχει απασχολήσει στο παρελθόν τις Αρχές. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει απαγγελθεί καμία κατηγορία εις βάρος του και η συμμετοχή του στην υπόθεση δεν έχει τεκμηριωθεί.

Η Διεύθυνση Ανθρωποκτονιών συνεχίζει με εντατικούς ρυθμούς την έρευνα, ενώ σε εξέλιξη βρίσκονται η νεκροψία-νεκροτομή, καθώς και οι τοξικολογικές και ιστολογικές εξετάσεις, από τις οποίες οι Αρχές προσδοκούν να προκύψουν κρίσιμα στοιχεία για τις συνθήκες και τα ακριβή αίτια του θανάτου.

Παράλληλα, οι ερευνητές εκτιμούν ότι ο δράστης ή οι δράστες φρόντισαν να μην αφήσουν αξιοποιήσιμα δακτυλικά αποτυπώματα ή γενετικό υλικό, γεγονός που δυσκολεύει σημαντικά τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στα μηνύματα που εστάλησαν από το κινητό τηλέφωνο της 38χρονης μετά την εξαφάνισή της. Ο πατέρας της κατέθεσε ότι συνέχισε να λαμβάνει μηνύματα για περίπου δύο εβδομάδες, στα οποία αναφερόταν ότι η κόρη του επιθυμούσε να απομονωθεί για ένα διάστημα.

Οι αστυνομικοί εξετάζουν το ενδεχόμενο τα μηνύματα να στάλθηκαν από τρίτο πρόσωπο με σκοπό να καθυστερήσει η αποκάλυψη της εξαφάνισής της. Από την ανάλυση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων προέκυψε ότι αυτά εστάλησαν από την Αθήνα, ενώ η συσκευή απενεργοποιήθηκε όταν η υπόθεση άρχισε να λαμβάνει διεθνή δημοσιότητα.

Σημαντική θεωρείται και η κατάθεση αστέγου που βρήκε τη βαλίτσα στις 18 Ιουλίου, υποστηρίζοντας ότι δύο ημέρες νωρίτερα δεν υπήρχε στο σημείο. Το στοιχείο αυτό οδηγεί τους ερευνητές στην εκτίμηση ότι η σορός μεταφέρθηκε στο εγκαταλελειμμένο κτίριο λίγο πριν από τον εντοπισμό της.

Την ίδια ώρα, οι Αρχές προσπαθούν να χαρτογραφήσουν τις τελευταίες επαφές της Βρετανίδας στην Αθήνα, εξετάζοντας πρόσωπα που ενδεχομένως συναντήθηκαν μαζί της πριν χαθούν τα ίχνη της. Η έρευνα παραμένει σε πλήρη εξέλιξη, με στόχο να αποσαφηνιστούν οι συνθήκες που οδήγησαν στον θάνατό της και να ταυτοποιηθεί ο υπεύθυνος ή οι υπεύθυνοι της υπόθεσης.