
Η πρώτη επαφή με το νέο Leapmotor B05 στους δρόμους γύρω από τη Φρανκφούρτη ήταν αρκετή για να δείξει ότι η κινεζική φίρμα έχει αρχίσει να κοιτάζει πέρα από τη συνταγή που τη σύστησε μέχρι σήμερα στην ευρωπαϊκή αγορά.
Μέχρι τώρα η Leapmotor είχε συνδέσει το όνομά της κυρίως με SUV που έδιναν έμφαση στην πρακτικότητα, στον πλούσιο εξοπλισμό και στην ανταγωνιστική τιμή. Το B05 ακολουθεί διαφορετικό δρόμο. Στόχος του δεν είναι μόνο να μετακινεί οικονομικά και αθόρυβα, αλλά και να προσφέρει κάτι παραπάνω πίσω από το τιμόνι. Και το κάνει μέσα από ένα σουλούπι που φέρνει ξανά στο προσκήνιο τα οικογενειακά χάτσμπακ. Μια κατηγορία που για πολλά χρόνια αποτελούσε σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή αγορά.
Η διαφορετική αυτή προσέγγιση γίνεται εμφανής ήδη από την πρώτη ματιά. Σε μια εποχή όπου τα SUV κυριαρχούν σχεδόν απόλυτα, η Leapmotor επέλεξε να επενδύσει σε ένα κλασικό κόμπακτ χάτσμπακ. Με μήκος 4,43 m, χαμηλωμένη σιλουέτα, δυναμικές αναλογίες και συντελεστή οπισθέλκουσας 0,26, το B05 δείχνει περισσότερο ως μια πρόταση σχεδιασμένη για τα ευρωπαϊκά γούστα παρά ως ένα ακόμη ηλεκτρικό μοντέλο από την Κίνα.
Οι πόρτες χωρίς πλαίσιο, οι κρυφές χειρολαβές και οι ζάντες των 19 ιντσών προσθέτουν πόντους στην εμφάνιση, ενώ συνολικά η σχεδίασή του είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια από κινεζική μάρκα. Σε αντίθεση με άλλα μοντέλα της Leapmotor που έβαζαν σε πρώτο πλάνο τις καθαρές γραμμές και τη λειτουργικότητα, εδώ φαίνεται πως οι σχεδιαστές θέλησαν να δημιουργήσουν ένα αυτοκίνητο που θα το επιλέξεις όχι μόνο με τη λογική, αλλά και με το συναίσθημα. Επειδή σου αρέσει να το βλέπεις.
Η ευρωπαϊκή επιρροή δεν περιορίζεται μόνο στη σχεδίαση. Για την εξέλιξη του B05 σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι μηχανικοί της Alfa Romeo, οι οποίοι ανέλαβαν στο Balocco τη ρύθμιση του πλαισίου και της ανάρτησης με γνώμονα τις απαιτήσεις των Ευρωπαίων οδηγών. Κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς, καθώς η έκδοση που θα δούμε στην Ελλάδα θα είναι φυσικά αυτή και όχι η αντίστοιχη της κινεζικής αγοράς.
Οι διαφορές, μάλιστα, δεν περιορίζονται σε μερικές αλλαγές λογισμικού ή σε διαφορετικές ρυθμίσεις. Σύμφωνα με τη Leapmotor, έγιναν επεμβάσεις στην πίσω ανάρτηση, τροποποιήθηκε η γεωμετρία του πλαισίου και χαμήλωσε το κέντρο βάρους, με στόχο το αυτοκίνητο να αποκτήσει πιο άμεση αίσθηση και καλύτερη συμπεριφορά στον δρόμο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι κάτω από το αμάξωμα συναντάμε μια διάταξη που δεν είναι συνηθισμένη στην κατηγορία. Το B05 είναι πισωκίνητο και διαθέτει σχεδόν ιδανική κατανομή βάρους μεταξύ των δύο αξόνων, 50:50. Παράλληλα, η ανάρτηση συνδυάζει γόνατα μακφέρσον εμπρός με διάταξη πολλαπλών συνδέσμων πίσω, μια λύση που συναντάμε συνήθως σε μοντέλα με πιο οδηγοκεντρικό και σπορ χαρακτήρα.
Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν το συγκρίνει κάποιος με τα C10 και B10. Τα δύο SUV έχουν σχεδιαστεί με σαφή προτεραιότητα την άνεση, την ευρυχωρία και την καθημερινή χρηστικότητα. Το B05, αντίθετα, είναι χαμηλότερο, ελαφρύτερο και με σαφώς χαμηλότερο κέντρο βάρους, στοιχεία που επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο κινείται στον δρόμο.
Αν κάποιος περιμένει ότι το B05 θα οδηγείται όπως τα υπόλοιπα μοντέλα της Leapmotor, μάλλον θα εκπλαγεί. Η χαμηλότερη θέση οδήγησης, το διαφορετικό στήσιμο και η πισωκίνητη αρχιτεκτονική δημιουργούν από τα πρώτα μέτρα μια διαφορετική σχέση με τον οδηγό. Ο ηλεκτροκινητήρας της έκδοσης που οδηγήσαμε αποδίδει 218 ίππους και 240 Nm. Η επιτάχυνση από στάση στα 100 km/h ολοκληρώνεται σε 6,7″, μια επίδοση που του επιτρέπει να κινείται με άνεση απέναντι στον ανταγωνισμό, χωρίς όμως να διεκδικεί τον χαρακτήρα ενός σπορ χάτσμπακ.
Στην πράξη όμως, μεγαλύτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται αυτή η ισχύς. Η απόκριση στο γκάζι είναι άμεση, όπως συμβαίνει στα περισσότερα ηλεκτρικά, όμως η δύναμη έρχεται ομαλά και χωρίς νευρικότητα. Δεν εμφανίζει εκείνο το απότομο ξέσπασμα που συναντάμε σε ορισμένα EV, γεγονός που κάνει την οδήγηση ξεκούραστη στην πόλη και ευχάριστη όταν ο ρυθμός ανεβαίνει.
Στα πρώτα χιλιόμετρα που διανύσαμε στους δρόμους γύρω από τη Φρανκφούρτη, το B05 έδειξε ότι η ρύθμιση του πλαισίου έχει γίνει με ιδιαίτερη προσοχή. Το τιμόνι είναι ακριβές και αρκετά άμεσο, με το πρόγραμμα Relaxed να προσφέρει την πιο φυσική αίσθηση. Σε αυτή τη ρύθμιση, το βάρος του τιμονιού είναι σωστό και το αυτοκίνητο ακολουθεί τις εντολές του οδηγού με τρόπο προβλέψιμο και ευχάριστο.
Τα προγράμματα Standard και Sport δίνουν λίγο περισσότερο βάρος στο τιμόνι και κάνουν το γκάζι πιο άμεσο. Παρότι η αίσθηση γίνεται κάποιες φορές πιο τεχνητή, το συνολικό αποτέλεσμα παραμένει πειστικό και ταιριάζει στον πιο ζωηρό χαρακτήρα που θέλει να αναδείξει το B05.
Εκεί όπου το B05 ξεχωρίζει από πολλά ηλεκτρικά της κατηγορίας είναι στον τρόπο που στρίβει. Η πίσω κίνηση του δίνει έναν πιο ευχάριστο και πιο συμμετοχικό χαρακτήρα, κάτι που σπανίζει πλέον στα οικογενειακά χάτσμπακ. Στις διαδοχικές στροφές δείχνει ισορροπημένο και πρόθυμο να ακολουθήσει τον ρυθμό του οδηγού, ενώ στην έξοδο πατά γερά και περνά τη ροπή στον δρόμο με τρόπο που παραπέμπει σε αυτοκίνητα με πιο οδηγοκεντρικό χαρακτήρα.
Διαβάστε τη συνέχεια της δοκιμής στο drive.gr