
Πολλοί οδηγοί αναζητούν τρόπους για να περιορίσουν τα έξοδα από την καθημερινή χρήση του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί διάφορες «συμβουλές» για εξοικονόμηση καυσίμου.
Μία από τις πιο διαδεδομένες υποστηρίζει ότι η καλύτερη ώρα για ανεφοδιασμό είναι αργά το βράδυ ή νωρίς το πρωί, καθώς τότε η βενζίνη θεωρείται πιο «πυκνή» και ο καταναλωτής παίρνει μεγαλύτερη ποσότητα με τα ίδια χρήματα.
Η συγκεκριμένη άποψη έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όμως κατά πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα;
Η θεωρία βασίζεται σε έναν υπαρκτό φυσικό κανόνα: τα υγρά μεταβάλλουν τον όγκο και την πυκνότητά τους ανάλογα με τη θερμοκρασία.
Όταν η θερμοκρασία πέφτει, η βενζίνη συστέλλεται και γίνεται πιο πυκνή, ενώ όταν αυξάνεται η θερμοκρασία διαστέλλεται.
Έτσι, σύμφωνα με τη λογική της «νυχτερινής βενζίνης», ο ανεφοδιασμός σε πιο δροσερές ώρες θα μπορούσε να σημαίνει ότι κάθε λίτρο περιέχει περισσότερη ποσότητα καυσίμου σε σχέση με τις θερμότερες ώρες της ημέρας.
Ωστόσο, η πραγματικότητα στα πρατήρια καυσίμων είναι διαφορετική.
Τα καύσιμα αποθηκεύονται σε μεγάλες υπόγειες δεξαμενές, οι οποίες προστατεύονται από τις έντονες μεταβολές της θερμοκρασίας.
Το έδαφος λειτουργεί ως φυσικό μονωτικό, με αποτέλεσμα η θερμοκρασία της βενζίνης να παραμένει σχεδόν σταθερή ανεξάρτητα από το αν επικρατεί ζέστη ή κρύο στην επιφάνεια.
Αυτό σημαίνει ότι η διαφορά ανάμεσα στο να γεμίσει κάποιος το αυτοκίνητό του το πρωί, το απόγευμα ή το βράδυ είναι πρακτικά αμελητέα και δεν οδηγεί σε ουσιαστική εξοικονόμηση χρημάτων.
Μικρές αποκλίσεις μπορεί να υπάρξουν μόνο σε ακραίες συνθήκες, όπως σε περιοχές με πολύ μεγάλες διαφορές θερμοκρασίας μέσα στην ημέρα.
Ακόμη και τότε όμως, το κέρδος για τον οδηγό είναι τόσο μικρό που δεν αλλάζει αισθητά το κόστος του ανεφοδιασμού.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι ο πραγματικός τρόπος για μικρότερη κατανάλωση καυσίμου δεν βρίσκεται στην ώρα που γεμίζουμε το ρεζερβουάρ, αλλά στη σωστή συντήρηση του οχήματος, στη σωστή πίεση των ελαστικών και στον πιο ομαλό τρόπο οδήγησης.