Οι αρχαίοι Έλληνες αντιμετώπιζαν τα όνειρα ως κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή λειτουργία του ύπνου. Πίστευαν ότι ορισμένα από αυτά μπορούσαν να αποτελούν μηνύματα των θεών, να προειδοποιούν για μελλοντικά γεγονότα ή να αποκαλύπτουν σημαντικές πληροφορίες για την κατάσταση ενός ανθρώπου.

Στην αρχαία ελληνική γραμματεία υπάρχουν πολλές αναφορές σε όνειρα που θεωρούνταν θεϊκά σημάδια. Στην «Ιλιάδα», για παράδειγμα, ένα όνειρο παρουσιάζεται ως μήνυμα που επηρεάζει τις αποφάσεις του Αγαμέμνονα.

Παράλληλα, αναπτύχθηκε η ονειροκριτική, δηλαδή η προσπάθεια ερμηνείας των ονείρων. Ο Αρτεμίδωρος ο Δαλδιανός, τον 2ο αιώνα μ.Χ., συνέγραψε το «Ονειροκριτικόν», όπου συγκέντρωσε εκατοντάδες παραδείγματα και προσπάθησε να εξηγήσει τη σημασία διαφορετικών ονειρικών συμβόλων.

Ιδιαίτερη θέση είχαν τα όνειρα και στην αρχαία ιατρική. Στα Ασκληπιεία, οι ασθενείς κοιμούνταν σε ειδικούς χώρους περιμένοντας να εμφανιστεί στον ύπνο τους ο Ασκληπιός και να τους υποδείξει θεραπεία.

Έτσι, το όνειρο μπορούσε να λειτουργήσει ως θρησκευτικό σημάδι, χρησμός, προειδοποίηση αλλά και θεραπευτικό εργαλείο. Για τους αρχαίους Έλληνες αποτελούσε έναν μυστηριώδη σύνδεσμο ανάμεσα στον άνθρωπο, το θείο και το άγνωστο.