
Το πρόσωπο μιας νεαρής γυναίκας που έζησε και πέθανε στην Πολωνία πριν από περίπου τέσσερις αιώνες αποκαλύφθηκε μέσα από μια εντυπωσιακή επιστημονική ανασύνθεση, αρκετά χρόνια μετά την ανακάλυψη του παράξενου τάφου της.
Η γυναίκα, γνωστή στους ερευνητές ως Ζόσια, ήταν περίπου 18 έως 20 ετών όταν πέθανε και βρέθηκε σε ένα νεκροταφείο στο Πιεν (Pień) της Πολωνίας.
Ο τάφος της έγινε ιδιαίτερα γνωστός εξαιτίας των ασυνήθιστων πρακτικών που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά την ταφή της.
Οι αρχαιολόγοι εντόπισαν ένα δρεπάνι τοποθετημένο στον λαιμό της, ενώ στο μεγάλο δάχτυλο του αριστερού ποδιού της υπήρχαν τρία κομμάτια ξύλου καρφωμένα μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα είδος τριγωνικού «λουκέτου».
Οι συγκεκριμένες πρακτικές συνδέθηκαν με τις λεγόμενες «αντι-βαμπιρικές» ταφές, δηλαδή τελετουργίες που πιθανότατα είχαν ως στόχο να αποτρέψουν τον νεκρό από το να επιστρέψει στον κόσμο των ζωντανών.
Ο επικεφαλής της αρχαιολογικής έρευνας, Ντάριους Πολίνσκι, έχει πάντως αποφύγει να χαρακτηρίσει τη γυναίκα «βαμπίρ», επισημαίνοντας ότι πρόκειται για πρακτικές προστασίας των ζωντανών από τους νεκρούς, όπως αυτές ερμηνεύονται αρχαιολογικά.
Έτσι έμοιαζε η Ζόσια
Περίπου 400 χρόνια μετά τον θάνατό της, ο Σουηδός αρχαιολόγος και ειδικός στις ιατροδικαστικές ανασυνθέσεις Όσκαρ Νίλσον προσπάθησε να δώσει ξανά μορφή στη νεαρή γυναίκα.
Χρησιμοποίησε ένα τρισδιάστατα εκτυπωμένο αντίγραφο του κρανίου της και πάνω σε αυτό ανακατασκεύασε σταδιακά τους μαλακούς ιστούς του προσώπου.
Η διαδικασία περιλάμβανε την τοποθέτηση ειδικών σημείων που υποδεικνύουν το πάχος των ιστών, την ανακατασκευή των μυών με πηλό και στη συνέχεια την προσθήκη των ματιών, του δέρματος και των υπόλοιπων χαρακτηριστικών.
Μια τέτοια διαδικασία μπορεί να απαιτήσει 200 έως 400 ώρες εργασίας.
Ωστόσο, υπάρχουν χαρακτηριστικά που δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια μόνο από το κρανίο. Το σχήμα των αυτιών και της άκρης της μύτης, για παράδειγμα, απαιτεί αναγκαστικά εκτιμήσεις.
Ανάλογη αβεβαιότητα υπάρχει και για το χρώμα των ματιών, των μαλλιών και του δέρματος. Στην περίπτωση της Ζόσια, η ανάλυση DNA δεν έδωσε αρκετές πληροφορίες για να καθοριστούν με βεβαιότητα αυτά τα χαρακτηριστικά.
Οι ερευνητές εκτίμησαν ότι είχε καταγωγή από τη νότια Σκανδιναβία, πιθανώς από τη Σουηδία, ενώ και η ισοτοπική ανάλυση των λειψάνων της έδειξε προς την ίδια γεωγραφική κατεύθυνση.
Ο Νίλσον την απεικόνισε τελικά με ανοιχτόχρωμο δέρμα, σκούρα ξανθά μαλλιά και μπλε μάτια.
Το ύψος της υπολογίζεται περίπου στο 1,62 μέτρο.
Τα οστά αποκάλυψαν μια δύσκολη ζωή
Η μελέτη των λειψάνων της Ζόσια έδωσε στους επιστήμονες στοιχεία που δείχνουν ότι η ζωή της πιθανότατα δεν ήταν εύκολη.
Στο στέρνο εντοπίστηκαν ενδείξεις που παραπέμπουν σε έναν επώδυνο αλλά μη θανατηφόρο καρκίνο, ενώ στους αυχενικούς σπονδύλους διαπιστώθηκε μια ανατομική παραλλαγή γνωστή ως ανωμαλία Kimmerle.
Η συγκεκριμένη κατάσταση μπορεί να σχετίζεται με συμπτώματα όπως πονοκεφάλους ή λιποθυμικά επεισόδια, αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο ότι η Ζόσια παρουσίαζε τέτοια συμπτώματα.
Στα οστά των κνημών της εντοπίστηκαν επίσης γραμμές Harris, οι οποίες έχουν συσχετιστεί σε ορισμένες μελέτες με περιόδους παιδικού υποσιτισμού ή έντονου σωματικού στρες.
Ο Πολίνσκι έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο κάποια σωματική ή ψυχική κατάσταση να επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο την αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι γύρω της.
Ωστόσο, οι αρχαιολογικές και ανθρωπολογικές ενδείξεις δεν μπορούν να αποδείξουν με βεβαιότητα ούτε ποια ακριβώς ήταν η κατάσταση της υγείας της ούτε γιατί οι άνθρωποι της εποχής αποφάσισαν να την αντιμετωπίσουν με τόσο ασυνήθιστο τρόπο μετά τον θάνατό της.
Δεν ήταν μια φτωχή και περιθωριοποιημένη γυναίκα
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της υπόθεσης είναι ότι η Ζόσια φαίνεται πως προερχόταν από οικογένεια με οικονομική επιφάνεια.
Στον τάφο της βρέθηκαν υπολείμματα από μεταξωτό κάλυμμα κεφαλής, καθώς και μια χρυσή μπροκάρ κορδέλα, στοιχεία που δεν συμβαδίζουν απαραίτητα με την εικόνα μιας γυναίκας χαμηλής κοινωνικής τάξης.
Η ειδικός στα ιστορικά υφάσματα Μαρία Τσιμπόλσκα τοποθέτησε το στιλ της κορδέλας στον 17ο αιώνα.
Για να ολοκληρωθεί η εικόνα της, η ερευνήτρια Άννα Σιλβερουλβ από το Μουσείο Vasa της Στοκχόλμης σχεδίασε και δημιούργησε ενδύματα που αντανακλούν την κοινωνική θέση που πιθανότατα είχε η νεαρή γυναίκα.
Το νεκροταφείο έκρυβε και άλλες «παράξενες» ταφές
Η περίπτωση της Ζόσια δεν ήταν μοναδική στο Πιεν.
Από περίπου 100 τάφους, σχεδόν το ένα τρίτο έχει χαρακτηριστεί από τους αρχαιολόγους ως «αποκλίνουσες» ταφές, δηλαδή ταφές που διαφέρουν αισθητά από τις συνηθισμένες πρακτικές της εποχής.
Σε άλλους τάφους είχαν βρεθεί πέτρες και άλλα αντικείμενα που φαίνεται πως είχαν τοποθετηθεί με σκοπό να εμποδίσουν τους νεκρούς να επιστρέψουν.
Στην περίπτωση της Ζόσια, όμως, τα μέτρα ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακά: το δρεπάνι στον λαιμό και το ξύλινο κατασκεύασμα στο δάχτυλο του ποδιού αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων πρακτικών.
Οι ερευνητές έχουν εντοπίσει ακόμη έναν πράσινο αποχρωματισμό στον ουρανίσκο της, γεγονός που υποδηλώνει ότι πιθανότατα είχε τοποθετηθεί κάποτε αντικείμενο από χαλκό στο στόμα της.
«Την αντιμετώπισαν σαν κάτι επικίνδυνο»
Για τον Νίλσον, η ανασύνθεση δεν ήταν απλώς μια προσπάθεια να δημιουργήσει ένα πρόσωπο από ένα κρανίο.
Ήταν ένας τρόπος να αποκατασταθεί η ανθρώπινη πλευρά μιας γυναίκας που, αιώνες αργότερα, έγινε γνωστή κυρίως εξαιτίας του παράξενου τρόπου με τον οποίο τάφηκε.
Ο ίδιος έχει υποστηρίξει ότι η Ζόσια χρειαζόταν ιατρική βοήθεια, όμως αντί γι’ αυτό φαίνεται πως αντιμετωπίστηκε ως κάτι επικίνδυνο και μοχθηρό.
Και στην τελική εικόνα έκανε μια συμβολική επιλογή που κανένα οστό δεν μπορούσε να του υπαγορεύσει.
Απεικόνισε τη Ζόσια να γυρίζει το κεφάλι και να κοιτάζει πίσω, πάνω από τον ώμο της.
Μια κίνηση που δίνει στη νεαρή γυναίκα του 17ου αιώνα μια σχεδόν ζωντανή έκφραση και αφήνει πίσω της την εικόνα ενός απρόσωπου «τάφου βαμπίρ».