Στις 8 Αυγούστου 1303, ένας ιδιαίτερα ισχυρός σεισμός έπληξε την Κρήτη και προκάλεσε ένα μεγάλο τσουνάμι στην ανατολική Μεσόγειο.

Η σεισμική δόνηση έγινε αισθητή σε μεγάλη έκταση, από τα ελληνικά νησιά και τις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου μέχρι την Αίγυπτο, προκαλώντας σημαντικές καταστροφές.

Στην Αλεξάνδρεια, τα θαλάσσια κύματα έπληξαν κτίρια, τείχη και λιμενικές εγκαταστάσεις. Ανάμεσα στα μνημεία που υπέστησαν σοβαρές ζημιές ήταν και ο περίφημος Φάρος της Αλεξάνδρειας, ένα από τα Επτά Θαύματα του αρχαίου κόσμου.

Το μέγεθος του σεισμού εκτιμάται σήμερα περίπου στους 8 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ, αν και η ακριβής έντασή του δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα, καθώς το γεγονός συνέβη πολλούς αιώνες πριν από την ανάπτυξη των σεισμολογικών οργάνων.

Ο Φάρος είχε ανεγερθεί στη νησίδα Φάρος, απέναντι από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας, και αποτελούσε για αιώνες βασικό σημείο αναφοράς για τα πλοία που προσέγγιζαν την πόλη. Η κατασκευή του ξεκίνησε κατά την περίοδο των Πτολεμαίων και ολοκληρώθηκε στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. Το ύψος του υπολογίζεται ότι ξεπερνούσε τα 100 μέτρα.

Μέχρι τον σεισμό του 1303, ωστόσο, το μνημείο είχε ήδη υποστεί ζημιές από προηγούμενες σεισμικές δονήσεις. Κατά τον 10ο αιώνα είχε καταρρεύσει τμήμα της ανώτερης κατασκευής, ενώ νέα σημαντική ζημιά είχε καταγραφεί τον 13ο αιώνα. Παρά τις επεμβάσεις που είχαν πραγματοποιηθεί κατά διαστήματα, ο Φάρος παρέμενε ευάλωτος.

Οι αραβικές ιστορικές πηγές περιγράφουν εκτεταμένες καταστροφές μετά τον σεισμό του 1303, αναφέροντας ότι τμήματα της κατασκευής κατέρρευσαν. Η ακριβής έκταση της ζημιάς, ωστόσο, δεν είναι απολύτως σαφής. Οι ιστορικές μαρτυρίες δεν επιβεβαιώνουν ότι ολόκληρος ο Φάρος κατέρρευσε εκείνη την ημέρα.

Μαρτυρία του Μαροκινού περιηγητή Ιμπν Μπατούτα, ο οποίος επισκέφθηκε την Αλεξάνδρεια το 1326, δείχνει ότι τμήμα του μνημείου εξακολουθούσε να στέκεται. Κατά τη δεύτερη επίσκεψή του, το 1349, η κατάσταση είχε επιδεινωθεί σημαντικά και η πρόσβαση στο εσωτερικό του δεν ήταν πλέον δυνατή.

Έτσι, η καταστροφή του Φάρου δεν αποτέλεσε αποτέλεσμα ενός και μόνο σεισμού, αλλά μιας μακράς διαδικασίας φθοράς, στην οποία συνέβαλαν επανειλημμένες σεισμικές δονήσεις και η σταδιακή αποσύνθεση της κατασκευής.

Τα τελευταία τμήματα του μνημείου παρέμειναν στην περιοχή για αρκετούς ακόμη αιώνες. Τον 15ο αιώνα, ο Μαμελούκος σουλτάνος Καΐτ Μπέης κατασκεύασε στο ίδιο σημείο το ομώνυμο φρούριο, χρησιμοποιώντας, σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές, οικοδομικό υλικό από τα ερείπια του Φάρου.

Σήμερα, τμήματα της αρχαίας κατασκευής βρίσκονται στον βυθό του λιμανιού της Αλεξάνδρειας και έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθαλάσσιων αρχαιολογικών ερευνών.

Ο σεισμός της 8ης Αυγούστου 1303 δεν εξαφάνισε τον Φάρο της Αλεξάνδρειας μέσα σε μία στιγμή. Προκάλεσε, όμως, μία από τις σημαντικότερες καταστροφές στην ιστορία του, επιταχύνοντας την παρακμή ενός μνημείου που είχε δεσπόσει στην είσοδο της Αλεξάνδρειας για περισσότερους από δεκαπέντε αιώνες.