Η Ισλανδία είναι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που καθιέρωσε την 4ήμερη εργασία το 2019.

Μετά την επιτυχία των πιλοτικών προγραμμάτων, η χώρα εφάρμοσε μαζικά τη μειωμένη εβδομαδιαία εργασία των 36 ωρών, αντί για το κλασικό 40ωρο, ικανοποιώντας ένα πάγιο αίτημα των νεότερων γενιών.

Οι συνέπειες αυτής της αλλαγής αποδεικνύουν ότι η Gen Z είχε απόλυτο δίκιο.

Οικονομική ανάπτυξη με τέσσερις ημέρες εργασίας

Η Ισλανδία θεωρείται πρωτοπόρος στην καθιέρωση της εβδομάδας των τεσσάρων εργάσιμων ημερών. Μεταξύ 2015 και 2019, η χώρα εφάρμοσε ένα πιλοτικό πρόγραμμα στο οποίο 2.500 υπάλληλοι του δημόσιου τομέα μείωσαν το ωράριό τους από τις 40 ώρες στις 35 με 36 ώρες την εβδομάδα.

Το αποτέλεσμα εξέπληξε τους πάντες, καθώς διαπιστώθηκε ότι τα επίπεδα παραγωγικότητας όχι μόνο διατηρήθηκαν σταθερά, αλλά η ευημερία των εργαζομένων εκτοξεύθηκε χάρη στην καλύτερη ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.

Σήμερα, αυτό το πρωτοποριακό μοντέλο έχει επεκταθεί σε ολόκληρη τη χώρα και συνεχίζει να παρακολουθείται στενά. Σύμφωνα με μελέτη του ινστιτούτου Autonomy του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ένωσης για τη Βιωσιμότητα και τη Δημοκρατία (ALDA) της Ισλανδίας, το 86% των Ισλανδών εργάζεται ήδη υπό καθεστώς μειωμένου ωραρίου.

Παράλληλα, η έρευνα αποκάλυψε ότι η οικονομία της Ισλανδίας αναπτύσσεται με ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι οι περισσότερες γειτονικές της ευρωπαϊκές χώρες.

Τα πολλαπλά οφέλη της τετραήμερης εργασίας στην Ισλανδία

Η μείωση του χρόνου εργασίας δεν περιόρισε απλώς τα επίπεδα στρες των εργαζομένων, αλλά οδήγησε σε ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας κατά 1,5%.

Το ισλανδικό παράδειγμα αποδεικνύει ότι ένας ξεκούραστος, παρακινημένος και ψυχικά υγιής υπάλληλος αποδίδει πολύ περισσότερο σε λιγότερο χρόνο, σε σύγκριση με κάποιον που είναι εγκλωβισμένος σε ατέλειωτα ωράρια.

Τα επίσημα στοιχεία επιβεβαιώνουν αυτή την τάση, καθώς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κατέγραψε ρυθμό ανάπτυξης 4,9% για την Ισλανδία, τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται κοντά στο 2%.

Η επιτυχία του εγχειρήματος βασίστηκε στην εξάλειψη του «παροντισμού», δηλαδή της πρακτικής του να βρίσκεται κανείς στο γραφείο χωρίς να είναι πραγματικά παραγωγικός.

Για να επιτευχθεί αυτό, αναδιοργανώθηκε ο χρόνος μέσω συγκεκριμένων στρατηγικών, όπως η συντόμευση των συναντήσεων και των διαλειμμάτων, καθώς και η κατάργηση περιττών διαδικασιών.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή την αναδιάρθρωση έπαιξε η ψηφιοποίηση, με την Ισλανδία να διαθέτει μία από τις ταχύτερες συνδέσεις διαδικτύου παγκοσμίως.