
Έχετε παρατηρήσει ότι ένα κρασί μπορεί να έχει διαφορετική γεύση λίγα λεπτά αφού το σερβίρετε, παρότι βρίσκεται στο ίδιο ακριβώς ποτήρι; Δεν πρόκειται για εντύπωση, αλλά για μια φυσική διαδικασία που επηρεάζει συνεχώς το άρωμα και τη γεύση του.
Ο βασικότερος παράγοντας είναι η επαφή του κρασιού με το οξυγόνο. Όταν το κρασί μπει στο ποτήρι, η επιφάνειά του αυξάνεται και έρχεται σε επαφή με τον αέρα.
Το οξυγόνο βοηθά ορισμένες αρωματικές ενώσεις να απελευθερωθούν, με αποτέλεσμα το κρασί να «ανοίγει» και να εμφανίζει πιο έντονα χαρακτηριστικά.
Στην αρχή, ιδιαίτερα σε νεαρά κόκκινα κρασιά, μπορεί να κυριαρχούν πιο «κλειστά» αρώματα, όπως η οξύτητα, η αίσθηση του αλκοόλ ή οι τανίνες. Μετά από λίγη ώρα, αναδύονται πιο σύνθετες νότες, όπως φρούτα, μπαχαρικά, βανίλια ή ξηροί καρποί.
Ρόλο παίζει και η θερμοκρασία. Καθώς το κρασί παραμένει στο ποτήρι, η θερμοκρασία του μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με το περιβάλλον.
Ένα λευκό κρασί που ζεσταίνεται ελαφρώς μπορεί να εμφανίσει περισσότερα αρώματα, ενώ ένα κόκκινο που βρίσκεται σε υψηλή θερμοκρασία μπορεί να δείχνει πιο «βαρύ» λόγω της εντονότερης παρουσίας του αλκοόλ.
Εξίσου σημαντικό είναι το ίδιο το ποτήρι. Το σχήμα του επηρεάζει το πόσο οξυγόνο έρχεται σε επαφή με το κρασί και το πώς φτάνουν τα αρώματα στη μύτη. Για αυτό οι ειδικοί χρησιμοποιούν διαφορετικά ποτήρια για διαφορετικές ποικιλίες.
Υπάρχει όμως και ένα όριο. Αν το κρασί μείνει εκτεθειμένο για πολλές ώρες, η υπερβολική οξείδωση μπορεί να αλλοιώσει τα αρώματά του και να το κάνει να χάσει τη φρεσκάδα του.
Έτσι, η αλλαγή της γεύσης μέσα στο ίδιο ποτήρι δεν είναι τυχαία. Είναι αποτέλεσμα μιας συνεχούς «συνομιλίας» ανάμεσα στο κρασί, τον αέρα, τη θερμοκρασία και τον χρόνο — ένας από τους λόγους που η δοκιμή ενός κρασιού θεωρείται μια εμπειρία που εξελίσσεται από την πρώτη μέχρι την τελευταία γουλιά.