Μπαίνουμε στο σπίτι κάποιου φίλου και αντιλαμβανόμαστε αμέσως μια χαρακτηριστική μυρωδιά. Μπορεί να είναι ευχάριστη, ουδέτερη ή δύσκολο ακόμη και να περιγραφεί, όμως τη συνδέουμε σχεδόν αυτόματα με τον συγκεκριμένο χώρο. Το παράξενο είναι ότι οι άνθρωποι που κατοικούν εκεί συνήθως δεν τη μυρίζουν. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στο δικό μας σπίτι.

Η χαρακτηριστική οσμή ενός σπιτιού δεν προέρχεται συνήθως από μία μόνο πηγή. Αποτελεί ένα σύνθετο μείγμα πτητικών ουσιών που απελευθερώνονται από τα έπιπλα, τα ξύλα, τα υφάσματα, τα χαλιά, τα απορρυπαντικά και τα προϊόντα καθαρισμού. Σε αυτά προστίθενται οι μυρωδιές από το μαγείρεμα, την υγρασία, τον καπνό, τα κατοικίδια και τους ίδιους τους ανθρώπους.

Η ηλικία του κτιρίου, ο αερισμός, η θερμοκρασία και τα επίπεδα υγρασίας επηρεάζουν επίσης το τελικό αποτέλεσμα. Ακόμη και η κοινότητα μικροοργανισμών που υπάρχει στη σκόνη διαφέρει από σπίτι σε σπίτι. Μελέτη σε 198 κατοικίες έδειξε ότι παράγοντες όπως ο αριθμός των ενοίκων, η παρουσία κατοικίδιων, οι διαρροές νερού και η χρήση κλιματισμού επηρεάζουν τη σύνθεση των βακτηρίων και των μυκήτων στο εσωτερικό περιβάλλον.

Γιατί, λοιπόν, εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε αυτό το μείγμα; Επειδή παρεμβαίνει η οσφρητική προσαρμογή. Όταν οι υποδοχείς της όσφρησης και ο εγκέφαλος εκτίθενται συνεχώς στην ίδια οσμή, η αντιληπτή έντασή της αρχίζει να μειώνεται. Το ερέθισμα εξακολουθεί να βρίσκεται στον αέρα, αλλά το νευρικό σύστημα σταματά σταδιακά να το αντιμετωπίζει ως σημαντική πληροφορία.

Η διαδικασία είναι χρήσιμη για την επιβίωσή μας. Αν ο εγκέφαλος επεξεργαζόταν αδιάκοπα κάθε σταθερή μυρωδιά με την ίδια ένταση, θα δυσκολευόταν να εντοπίσει μια ξαφνική αλλαγή, όπως καπνό ή αλλοιωμένο φαγητό. Η προσοχή στρέφεται περισσότερο στο καινούργιο παρά στο σταθερό περιβάλλον.

Επιστημονική ανασκόπηση για την προσαρμογή και την εξοικείωση στις οσμές αναφέρει ότι η μείωση της αντίδρασης μπορεί να εμφανιστεί σχετικά γρήγορα και ότι σημαντικό μέρος της συντελείται σε ανώτερα εγκεφαλικά επίπεδα. Δεν «κουράζεται» απλώς η μύτη· ο εγκέφαλος μαθαίνει να αγνοεί το γνώριμο ερέθισμα.

Γι’ αυτό μπορεί να ξαναμυρίσουμε το σπίτι μας όταν επιστρέψουμε από πολυήμερες διακοπές. Η απόσταση έχει επιτρέψει στην ευαισθησία μας να επανέλθει και, για λίγες στιγμές, ο χώρος μυρίζει όπως ακριβώς τον αντιλαμβάνεται ένας επισκέπτης.

Η εξοικείωση, πάντως, δεν πρέπει να μας κάνει να αγνοούμε μια ξαφνική ή ασυνήθιστα έντονη οσμή. Μυρωδιά καμένου, αερίου ή επίμονης μούχλας χρειάζεται διερεύνηση. Η συνηθισμένη «μυρωδιά του σπιτιού», όμως, είναι απλώς το αόρατο αποτύπωμα του χώρου και των ανθρώπων που ζουν μέσα σε αυτόν.