Μπορεί ένας τραπεζικός λογαριασμός να μείνει για χρόνια χωρίς καμία κίνηση, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι τα χρήματα εξαφανίζονται ή περνούν αυτόματα στην κατοχή της τράπεζας.

Στην Ελλάδα υπάρχει συγκεκριμένο χρονικό όριο, μετά το οποίο ενεργοποιείται η διαδικασία για τις λεγόμενες «αδρανείς καταθέσεις».

Ως αδρανής θεωρείται ένας καταθετικός λογαριασμός στον οποίο δεν έχει πραγματοποιηθεί πραγματική συναλλαγή από τον δικαιούχο για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Μάλιστα, η απλή πίστωση τόκων ή η κεφαλαιοποίησή τους δεν θεωρείται συναλλαγή που διακόπτει την παραγραφή.

Το κρίσιμο όριο είναι η 20ετία.

Εφόσον περάσουν 20 χρόνια χωρίς πραγματική κίνηση, το υπόλοιπο της αδρανούς κατάθεσης παραγράφεται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

Οι τράπεζες υποχρεούνται να αποδίδουν τα σχετικά ποσά στο Δημόσιο, μέσω ειδικού λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Αυτό ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ένας λογαριασμός που δεν χρησιμοποιείται για λίγα χρόνια χάνει τα χρήματά του.

Οι τράπεζες μπορούν να χαρακτηρίσουν έναν λογαριασμό ως αδρανή πολύ νωρίτερα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ενημερώνουν τον πελάτη και για τυχόν περιορισμούς ή χρεώσεις που συνδέονται με τη διατήρησή του.

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, περίπου 10 εκατ. ευρώ τον χρόνο επιστρέφουν στο Ελληνικό Δημόσιο από καταθέσεις που παρέμειναν χωρίς κίνηση για 20 χρόνια.

Για τον λόγο αυτό, οι καταθέτες καλό είναι να ελέγχουν παλιούς λογαριασμούς και να επικαιροποιούν τα στοιχεία επικοινωνίας τους στην τράπεζα.

Μια πραγματική συναλλαγή από τον δικαιούχο μπορεί να διακόψει την εικοσαετή παραγραφή, ενώ η απλή εμφάνιση τόκων στο υπόλοιπο δεν αρκεί.

Έτσι, τα χρήματα που έχουν «ξεχαστεί» σε έναν λογαριασμό δεν χάνονται από τη μια στιγμή στην άλλη.

Υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία και κυρίως, ένα σαφές χρονικό όριο που οι καταθέτες δεν θα πρέπει να αγνοούν.