Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς στις 9 Απριλίου 1941

Κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, παρά την κατοχή της Αθωνικής Χερσονήσου από Γάλλους, Βρετανούς και Ρώσους αλλά και τις φοβερές μάχες στην περιοχή της Μακεδονίας και των Δαρδανελλίων, η ζωή στη μοναστική πολιτεία συνεχίστηκε χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις.

Ο φοβερός σεισμός του 1932 που κατέστρεψε ολοκληρωτικά την κοντινή Ιερισσό, δεν προξένησε ιδιαίτερες ζημιές στα ιστορικά μοναστήρια. Αυτά τα δυσάρεστα γεγονότα όμως προδιέθεσαν αρνητικά τους ευαίσθητους μοναχούς για μια επερχόμενη καταστροφή.

Η Κοινότητα έβλεπε τον Μπολσεβικισμό σαν το θηρίο της Αποκάλυψης. Μετά τις διώξεις της θρησκείας στην Σοβιετική Ένωση και την επιβολή του αθεϊσμού, επικράτησε στο Όρος έντονος αντιμπολσεβικισμός και κάποιος αντισημιτισμός γενικά, λόγω της συμμετοχής πολλών μαρξιστών Εβραίων στη σοβιετική νομεκλατούρα.

Επηρεασμένοι οι μοναχοί από την Αποκάλυψη του Ιωάννη διαισθάνοντο σημάδια επερχόμενης καταστροφής από τον άθεο Στάλιν. Αναπτύχθηκε λοιπόν υπό την επήρεια και της γερμανικής προπαγάνδας, ένας φιλογερμανισμός, το αντίπαλο δέος του «ερυθρού κινδύνου», χωρίς βέβαια να υπάρχει γνώση περί των αληθινών συνθηκών που επικρατούσαν στο Γ’ Ράιχ, σε αντίθεση με την πλήρη γνώση της κατάστασης από τον αθεϊσμό και τους διωγμούς κατά της Εκκλησίας στην Σοβιετική Ένωση.

Οι Έλληνες μοναχοί εξάλλου, έβλεπαν με έντονη ανησυχία την αύξηση του σλαβικού στοιχείου στα Αθωνικά μοναστήρια. Είχαν όμως και έντονη ανησυχία για τη παραχώρηση εκ μέρους του Χίτλερ προς την σύμμαχό του Βουλγαρία, των ελληνικών ανατολικών εδαφών, της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης. Οι Βούλγαροι ποτέ δεν έπαψαν να εποφθαλμιούν τα εδάφη αυτά και την έξοδό τους προς το γαλανό Αιγαίο.

Τα γεγονότα πολύ σύντομα δικαίωσαν τους φόβους των μοναχών!

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, οι Ιταλοί εισέβαλαν στην Ελλάδα. Μετά την ελληνική αντεπίθεση και τις συνεχείς ιταλικές ήττες, ο Χίτλερ προσέτρεξε εις βοήθεια του Συμμάχου του (Επιχείρηση Μαρίτα) και εισέβαλε στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941.

Παρά την γενναία ελληνική αντίσταση, οι Γερμανοί κατέλαβαν στις 9 Απριλίου την Θεσσαλονίκη και προχώρησαν νότια, καταλαμβάνοντας στις 27 του ίδιου μήνα την Αθήνα.

Όταν οι Ιταλοί επιχείρησαν να καταλάβουν την Οχρίδα, δημιουργήθηκαν ταραχές στην Βουλγαρία. Ο Χίτλερ, που είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον τσάρο της Βουλγαρίας Βόρι, του έδωσε την άδεια στις 17 Απριλίου 1941 να εισβάλλει και να θέσει υπό βουλγαρική κατοχή την ελληνική Θράκη και το σερβικό τμήμα της Μακεδονίας (Σκόπια).

Όταν στις 19 Απριλίου 1941 ο Βόρις συνάντησε τον Φύρερ για να συζητήσουν τη διανομή του Βαλκανικού Νότου, η είσοδος βουλγαρικών στρατιωτικών τμημάτων στην πόλη της Θεσσαλονίκης ήταν προ των πυλών.

Στις 24 Απριλίου 1941, βουλγαρικά στρατεύματα εισβάλλουν στη Θράκη και προχωρούν μέχρι τη γραμμή που τους ορίστηκε, την ίδια που είχαν φτάσει και το 1913, τον ποταμό Στρυμόνα.

Από εκεί μπορεί κανείς σε ανέφελες μέρες να δει το βουνό του Άθου.

Την Θεσσαλονίκη την κράτησαν οι Γερμανοί. Η τύχη της πόλης θα αποφασιζόταν αργότερα. Η διακαής επιθυμία βεβαίως των Βουλγάρων ήταν να περιέλθει η πόλη κάτω από την κυριαρχία τους. Ο Βόρις, βασιζόμενος στη φιλική του σχέση με το Χίτλερ, έβλεπε την ιστορική ευκαιρία του βουλγαρικού ονείρου να πραγματοποιείται. Από αυτές τις εξελίξεις, μπορεί κανείς να κατανοήσει τις μετέπειτα ενέργειες των μοναχών.

Οι Ηγούμενοι των Μονών της Ιεράς Κοινότητας, σε μια σημαντική για το Άγιον Όρος σύναξη, συζήτησαν για τις επικείμενες απειλές και τις απαιτούμενες ενέργειες.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι έγινε το σωστό στον κατάλληλο χρόνο.

Οι Όσιοι Πατέρες, είχαν πάντα κατά νουν τις ενέργειες των προγόνων μοναχών μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αυτοί, τότε, είχαν ζητήσει και εξασφαλίσει την προστασία του σουλτάνου. Το ίδιο λοιπόν έπρεπε να γίνει και τώρα.

Στις 26 Απριλίου επισκέφτηκε κατά σύμπτωση το Άγιον Όρος ο Γερμανός διοικητής της Νέας Μαδύτου, με τους επιτελείς του.

Όταν οι μοναχοί του εκμυστηρεύτηκαν τους φόβους τους για την επικείμενη είσοδο των Βουλγάρων και τις λεηλασίες που θα επακολουθούσαν, αυτός τους παρότρυνε να γράψουν και να ζητήσουν την προστασία του Χίτλερ. Αυτό και έπραξαν.

Η επιστολή αυτή συντάχτηκε στην γερμανική γλώσσα και παραδόθηκε στον προαναφερθέντα Γερμανό αξιωματικό, ο οποίος την προώθησε περαιτέρω.

Το κείμενό της έχει ως εξής:

«Πρωτόκολλο Νο. 86
Στο Άγιον Όρος την 13/26 Απριλίου 1941

Προς Την Εξοχότητά Του

Τον Καγκελάριο του ενδόξου Γερμανικού Κράτους

Κύριον ΑΔΟΛΦΟΝ ΧΙΤΛΕΡ

ΕΙΣ ΒΕΡΟΛΙΝΟΝ

Εξοχώτατε,

Οι Βαθυσεβάστως υποσημειούμενοι Αντιπρόσωποι των είκοσιν Ιερών Βασιλικών, Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών του Αγίου Όρους Άθω, λαμβάνομεν την εξαιρετικήν τιμήν να απευθυνθώμεν προς την Υμετέραν Εξοχότητα και παρακαλέσωμεν Αυτήν θερμώς, όπως ευαρεστουμένη, αναλάβη υπό την υψηλήν προσωπικήν Αυτής προστασίαν και κηδεμονίαν τον Ιερόν τούτον Τόπον, του οποίου Ηγούμενοι και Αντιπρόσωποι τυγχάνομεν, διαδεχομένη εν τούτω τους ιδρυτάς και ευεργέτας του Ιερού τούτου Τόπου Βυζαντινούς Αυτοκράτορας και τους διαδόχους αυτών.

Το Άγιον Όρος, Εξοχότατε, συνέστη εις Πανορθόδοξον μοναχικήν πολιτείαν, εις ην ανέκαθεν διαβιούν εν αγαστή ομονοία μοναχοί ακωλύτως προερχόμενοι από διάφορα ορθόδοξα Έθνη, κατά τον Θ` μ.Χ. αιώνα, πνευματικώς μεν εξαρτώμενον από του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, πολιτικώς δε αυτοδιοικούμενον υπό της Ιεράς Συνάξεως των Αντιπροσώπων των Είκοσιν Ιερών και Κυριάρχων Μονών και πολιτειακώς υπαγόμενον υπό την προστασίαν και κηδεμονίαν των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και των διαδόχων αυτών.

Το αυτονομιακόν τούτο πολίτευμα περιεθριγκώθη δι` αλλεπαλλήλων Τυπικών και Χρυσοβούλων των ιδρυτών και ευεργετών των Ιερών Μονών Βυζαντινών αυτοκρατόρων, Βασιλείου του Μακεδόνος (882), Ιωάννου Τσιμισκή (972), Κωνσταντίνου Μονομάχου (1046), Μανουήλ Β` Παλαιολόγου (1046), Στεφάνου Δουσάν (1346) και άλλων Σλάβων, Ουγγροβλάχων Ηγεμόνων και των μετέπειτα Σουλτανικών Φιρμανίων, τελευταίως δε υπό του Καταστατικού Χάρτου του 1926, ούτινος δύο αντίτυπα εσωκλείομεν.

Το ουτωσί καθιερωθέν προνομιακόν και αυτοδιοίκητον καθεστώς του Ιερού τούτου Τόπου, αποτέλεσαν αντικείμενον συζητήσεων και επικυρώσεων διαφόρων Διεθνών συνθηκών, περιεθριγκώθη τέλος διά του 62ου άρθρου της Βερολινείου συνθήκης του έτους 1878 έχοντος ούτω “οι μοναχοί του Όρους Άθω οθενδήποτε και αν κατάγονται θα διατηρήσωσι τα κτήματα και τα πρότερα αυτών δικαιώματα και θ` απολαύσωσιν, άνευ ουδεμιάς εξαιρέσεως, πλήρους ισότητος δικαιωμάτων και προνομίων”.

Των εν Αγίω Όρει ενασκουμένων μοναχών, ανεξαρτήτως τόπου προελεύσεως και εθνικότητος, σκοπός και αποστολή καθ` όλον τον υπερχιλιετή βίον του Αγίου Όρους, υπήρξεν η διατήρησις, προαγωγή και εξασφάλισις των Ιερών αυτού σκηνωμάτων, η διά της ακαταπονήτου φιλεργίας των εν αυτώ ενασκουμένων μοναχών καλλιέργεια της τε Εκκλησιαστικής και κλασσικής φιλολογίας και καλλιτεχνίας, ο ασκητικός βίος και η διηνεκής προσευχή υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου.

Την διατήρησιν του καθεστώτος τούτου της αυτονόμου μοναχικής πολιτείας, ικανοποιούντος πλήρως άπαντας τους εν Αγίω Όρει ενασκουμένους, ανεξαρτήτως εθνικότητος ορθοδόξους μοναχούς και εναρμονιζομένου προς τον σκοπόν και την αποστολήν αυτών, παρακαλούμεν και ικετεύομεν θερμώς την Υμετέραν Εξοχότητα, όπως αναλάβη υπό την υψηλήν προστασίαν και κηδεμονίαν Αυτής.

Τον Βασιλέα των Βασιλευόντων και Κύριον των Κυριευόντων εξ όλης ψυχής και καρδίας ικετεύοντες, όπως επιδαψιλεύη τη Υμετέρα Εξοχότητι υγείαν και μακροημέρευσιν επ’ αγαθώ του ενδόξου Γερμανικού Έθνους,

Υποσημειούμενοι βαθυσευάστως

Οι Πληρεξούσιοι Αντιπρόσωποι της Εκτάκτου Διπλής Ιεράς Συνάξεως των Είκοσιν Ιερών και Ευαγών Μονών Του Αγίου Όρους Όρους Άθω».

Όπως προαναφέρθηκε, μία ομάδα από έξι Γερμανούς αξιωματικούς παρέλαβε στις 26 Απριλίου 1941 την επιστολή, την οποία ακολούθως ο προαναφερθείς ταγματάρχης και φρούραρχος της Νέας Μαδύτου προώθησε προς Βερολίνο. Αξιοσημείωτο είναι ότι την επιστολή υπέγραψαν και οι αντιπρόσωποι της βουλγαρικής Μονής, παρόλο που τα ελληνικά νησιά Θάσος και Σαμοθράκη κατελαμβάνοντο από τον βουλγαρικό Στρατό και δεκάδες χιλιάδες Έλληνες εξεδιώκοντο από τα πατρώα τους εδάφη.

Εν πάση περίπτωση, η θετική αυτή ενέργεια των Βούλγαρων αντιπροσώπων στην Ιερή Κοινότητα, Ευθυμίου και Ειρηνάρχου, ήταν σοφή και έσωσε την βουλγαρική παρουσία στο Όρος, όταν μετά τον πόλεμο αποκαταστάθηκε η ελληνική κυριαρχία.

Η ανταπόκριση του Χίτλερ προς το αίτημα των Άγιων Πατέρων ήταν άμεση και θετική. Απαγορεύτηκε ρητά η είσοδος των βουλγαρικών στρατευμάτων στο Όρος. Ένα βουλγαρικό τάγμα είχε ήδη στρατοπεδεύσει στην Ιερισσό από τις πρώτες μέρες της κατοχής, σκοπεύοντας να προωθηθεί στον Άθω.

Το αποτέλεσμα αυτής της επιστολής δεν περιορίστηκε μόνο στην απαγόρευση της καταπάτησης του Όρους από τους Βούλγαρους. Η ολιγάριθμη γερμανική παρουσία από λίγους στρατιωτικούς αστυνόμους της Feldgendarmerie και μερικούς παρατηρητές του γερμανικού πολεμικού ναυτικού, υπήρξε ειρηνική, χωρίς τριβές και βαρβαρότητες ή δυσάρεστα επεισόδια.

Βούλγαροι μοναχοί της Ιεράς Μονής Ζωγράφου υποδέχτηκαν στην Ιερισσό τους ομοεθνείς στρατιώτες τους με ιδιαίτερες τιμές. Ο γερμανικός Στρατός απαγόρευσε όχι μόνο την είσοδο Βουλγάρων στρατιωτών στο Όρος αλλά και Γερμανών που δεν θα είχαν ειδική άδεια από το Φρουραρχείο Θεσσαλονίκης. Το 1943 οι Βούλγαροι επανήλθαν με το αίτημά τους στους Γερμανούς να τους επιτραπεί η είσοδος στο Όρος, αλλά και πάλι εισέπραξαν άρνηση.

Οι Γερμανοί σε γενικές γραμμές σεβάστηκαν και προστάτεψαν την Αθωνική Πολιτεία. Η μοναδική δυσάρεστη εξαίρεση συνέβη στις 9 Ιουλίου 1942, όταν επτά Γερμανοί στρατιώτες με δική τους πρωτοβουλία, λήστεψαν την Μονή Ξενοφώντος.

Μέχρι το τέλος του 1941, το Άγιο Όρος υπαγόταν στο Φρουραρχείο Λαγκαδά (Kreiskommandantur 316) υπό την διοίκηση του Λοχαγού Χ. Γκρίσε. Μετά τη μεταφορά του ως άνω φρουραρχείου στο Κιλκίς στις 10 Ιανουαρίου 1942, περιήλθε υπό τις διαταγές του Φρουραρχείου 866 (Kreiskommandantur 866), με διοικητή τον Λοχαγό Κομπ, παράρτημα του Φρουραρχείου 808 της Θεσσαλονίκης.

Τον Λοχαγό Γκρίσε διαδέχτηκε ο Ταγματάρχης Γκ. Στέγκερ, γνώστης του βυζαντινού δικαίου. Παρέμεινε στη διοίκηση μέχρι τις 28 Ιουνίου 1944 οπότε μετετέθη στην Αθήνα, απ` όπου συνέχισε να φροντίζει θετικά για το Όρος. Διάδοχός του από Ιούλιο ως Οκτώβριο 1944 ήταν ο Ταγματάρχης Δρ. Γιάχερ.

Από την 1η Δεκεμβρίου 1941 και μετά, η πρόσβαση στο Όρος ήταν δυνατή μόνο κατόπιν αδείας του Φρουραρχείου 808. Το Φρουραρχείο αυτό είχε την έδρα του στη Θεσσαλονίκη επί της οδού Αγίας Σοφίας, στο παλιό ξενοδοχείο «Αστόρια».

Από τις 13 Ιουνίου 1942 η διαταγή αυτή καταργήθηκε και το ελεύθερο εισόδου χορηγούσαν οι ελληνικές Αρχές στην Αρναία. Μόνο τα μέλη του Γερμανικού Στρατού εξακολουθούσαν να υπόκεινται στη προηγούμενη διαταγή.

Το 1941 ορισμένοι μοναχοί στο Όρος, βοήθησαν Άγγλους στρατιωτικούς να διαφύγουν στην Μέση Ανατολή με υποβρύχια στα οποία τους επιβίβαζαν από ερημικές ακτές. Έγιναν αρκετές συλλήψεις και μερικοί μοναχοί καταδικάστηκαν από το γερμανικό στρατοδικείο Θεσσαλονίκης σε θάνατο και εκτελέστηκαν. Άλλοι στάλθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στην Ουγγαρία. Ο Ταγματάρχης Στέγκερ έσωσε αρκετούς από τον θάνατο.

Ο ανώτατος Γερμανός Διοικητής Θεσσαλονίκης-Αιγαίου, Υποστράτηγος Χάαρντε και ο γνωστός από το σκάνδαλο της αρπαγής εβραϊκών περιουσιών και χρημάτων, επιθεωρητής διοικήσεως Μαξ Μέρτεν, βοήθησαν με τρόφιμα τους Αγιορείτες στις δύσκολες εποχές της μεγάλης πείνας. Σημαντική βοήθεια είχαν επίσης από τον διοικητή της «υπηρεσίας προπαγάνδας Θεσσαλονίκης» Λοχαγό Βέκερ.

Στις 2 Αυγούστου 1943, μετέβη στο Όρος ο Ταγματάρχης Δρ. Γκ. Στέγκερ, ως «Διοικητής Περιφέρειας Μακεδονίας-Άθου». Ήδη από την 31 Ιουλίου 1943 μεταστάθμευσε στις Καρυές μια ομάδα στρατιωτικών αστυνόμων της Feldgendarmerie-Abteilung 674 από την Θεσσαλονίκη, υπό τον Αρχιλοχία Γιάρις.

Το Φεβρουάριο του 1944 η ομάδα αυτή μεταστάθμευσε στη Μονή της Σίμωνος Πέτρας όπου παρέμεινε ως την 28η Μαΐου 1944. Μετά το Μάιο, δεν υπήρχε πλέον Γερμανός στρατιώτης στο Όρος. Μέχρι τότε, σε ένα περιστατικό, ένδεκα Γερμανοί στρατιώτες είχαν απαχθεί από αντάρτες του ΕΛΑΣ, των οποίων η τύχη δεν έγινε γνωστή.

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί η παρουσία στο Όρος του Ειδικού Κομμάντο Ρόζενμπεργκ (Sonderkοmmando Rosenberg) υπό τον Ανθυπολοχαγό Ίνγκραμ. Εμφανίστηκε στην Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο του 1941 με αποστολή τη μεταφορά έργων τέχνης από τα κατεχόμενα εδάφη στη Γερμανία. Το Κομμάντο αυτό ευθύνεται για τη κλοπή πολλών εβραϊκών θρησκευτικών κειμηλίων της κοινότητας Θεσσαλονίκης και άλλων εβραϊκών κοινοτήτων της Ελλάδος.

Τον Ιούλιο του 1941, μια εξαμελής επιστημονική ομάδα του Κομμάντο Ρόζενμπεργκ υπό τον καθηγητή της Βυζαντινολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου, Λοχαγού Δρ. Φραντς Ντέλγκερ, επισκέφτηκε το Όρος, μελέτησε και φωτογράφησε πολλά κειμήλια και Ιερά βιβλία. Παρέμεινε δε από τις 3 έως τις 30 Ιουλίου 1941.

Ένα μεγάλο μέρος των αγιορείτικων θησαυρών κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής είχαν κρύψει οι μοναχοί στη Μονή Βλατάδων, στην Θεσσαλονίκη.

Στα βιβλία επισκεπτών των Ιερών Μονών υπάρχουν ακόμα και σήμερα χαρακτηριστικές εγγραφές Γερμανών στρατιωτικών από τον καιρό της Κατοχής, που εντυπωσιάζουν. Στις 4 Φεβρουαρίου 1944, στο βιβλίο επισκεπτών της Ιεράς Μονής Χιλανταρίου, έγραψε ένας δεκανέας της στρατιωτικής αστυνομίας τα εξής:

«Σ` αυτό το νησί της ειρήνης που περιβάλλεται από τα υψώματα του Αγίου Όρους, στο μοναστήρι Χιλανταρίου, βρήκα ύστερα από σκληρή εργασία και κόπωση, φιλόξενο καταφύγιο και ξεκούραση. Απευθύνω στους Πατέρες για την εγκάρδια και φιλόξενη προσφορά τους τις θερμότερές μου ευχαριστίες. Επιστρέφοντας στη πατρίδα μου θα διατηρήσω τις καλύτερες αναμνήσεις από τις ώρες που πέρασα κοντά τους».

Από τον Μάιο του 1943 βρέθηκε μια παρόμοια γραφή:

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις: Ακολούθησε το pronews.gr στο Instagram για να «δεις» τον πραγματικό κόσμο!

«Εύχομαι βαθύτατα, από την ένωση των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους, να προκύψει μια Ένωση των λαών της Ευρώπης. Ευχαριστώ για την υπέροχη φιλοξενία που μου επετράπη να γευτώ. 24 Μαΐου 1944, Χάινριχ φον Χάιμενντορφ».