Φαρμακευτική εταιρεία αποφάσισε να αποσύρει στο τέλος του έτους από τη συστηματική κυκλοφορία στην Ελλάδα ογκολογικό σκεύασμα για τον μεταστατικό, τριπλά αρνητικό και ορμονοευαίσθητο καρκίνο του μαστού.
Το σκεύασμα, με δραστική ουσία sacituzumab govitecan-hziy, χορηγείται ενδοφλέβια στα νοσοκομεία. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η απόφαση για την απόσυρσή του συνδέεται με το υψηλό clawback, καθώς η εταιρεία έφτασε στο σημείο να το διανέμει σχεδόν δωρεάν.
Οι συζητήσεις της εταιρείας με την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης Τιμών Φαρμάκων, η οποία ζητούσε μείωση στην τιμή του σκευάσματος, δεν ευοδώθηκαν, με αποτέλεσμα να αποφασιστεί η διακοπή της συστηματικής κυκλοφορίας του.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΟΠΕ, κ. Εμμανουήλ Σαλούστρο, υπάρχουν εναλλακτικά φάρμακα που μπορούν να χορηγηθούν εφόσον αποσυρθεί το συγκεκριμένο σκεύασμα, ωστόσο, όπως επισημαίνει, το συγκεκριμένο «δίνει πλεονέκτημα στην επιβίωση» και είναι «αναντικατάστατο στην ένδειξή του».
Η Εταιρεία Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας, με αφορμή την απόφαση, έστειλε επιστολή στον υπουργό Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη, ζητώντας να ανοίξει θεσμικός διάλογος με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
Οι ογκολόγοι επισημαίνουν: «Αναγνωρίζουμε ότι η Πολιτεία καλείται να διαχειριστεί τις σημαντικές προκλήσεις της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης και να διασφαλίσει τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του συστήματος υγείας. Ωστόσο, η βιωσιμότητα δεν μπορεί να επιτυγχάνεται εις βάρος της πρόσβασης των ασθενών στην επιστημονική πρόοδο. Η ογκολογία αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η καινοτομία έχει μεταβάλει τη φυσική ιστορία του καρκίνου, προσφέροντας ουσιαστική παράταση της επιβίωσης, καλύτερη ποιότητα ζωής και, σε αρκετές περιπτώσεις, μακροχρόνιο έλεγχο της νόσου. Για τον λόγο αυτό, η πρόσβαση των ασθενών στις σύγχρονες αντικαρκινικές θεραπείες δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως οικονομική επιβάρυνση, αλλά ως επένδυση στην υγεία και στην ποιότητα της περίθαλψης».
Προσθέτουν ακόμη: «Απαιτούνται διαρθρωτικές λύσεις που θα διασφαλίζουν αφενός τη δημοσιονομική σταθερότητα του συστήματος και αφετέρου τη συνεχή διαθεσιμότητα των πλέον αποτελεσματικών θεραπειών για τους Έλληνες ασθενείς. Η Ελλάδα δεν πρέπει να εξελιχθεί σε χώρα από την οποία αποσύρονται καινοτόμες αντικαρκινικές θεραπείες επειδή το υφιστάμενο πλαίσιο δεν επιτρέπει τη βιώσιμη διάθεσή τους. Η προστασία της πρόσβασης των ασθενών στην καινοτομία αποτελεί ζήτημα δημόσιας υγείας και προτεραιότητα».
Στο ίδιο πνεύμα, η πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Γυναικών με Καρκίνο Μαστού «Άλμα Ζωής», Παρασκευή Μιχαλοπούλου, ζητά να συνεχιστούν οι συζητήσεις μεταξύ του υπουργείου Υγείας και της φαρμακευτικής εταιρείας. «Δεν μπορώ να φανταστώ ότι έχουμε εξαντλήσει όλα τα περιθώρια ώστε να φτάσουμε σε αυτή την ακραία λύση», υπογραμμίζει, ενώ σημειώνει: «Ακόμη και μόνο μία γυναίκα να λάμβανε το φάρμακο έχει μεγάλη σημασία για εμάς».
Ο ΕΟΦ, από την πλευρά του, διαβεβαιώνει ότι καμία ασθενής δεν θα μείνει χωρίς τη θεραπεία της. Εφόσον το σκεύασμα αποσυρθεί, η πολιτεία θα το εξασφαλίζει στις ασθενείς για τις οποίες ενδείκνυται μέσω εναλλακτικών τρόπων, όπως η εισαγωγή μέσω ΙΦΕΤ ή οι ατομικές παραγγελίες.
Ωστόσο, η λύση μέσω ΙΦΕΤ ενδέχεται να δημιουργήσει πρόσθετα πρακτικά προβλήματα. Ο μηχανισμός προορίζεται κυρίως για μεμονωμένες και σπάνιες περιπτώσεις ασθενών, ενώ τα φάρμακα που εισάγονται μέσω του Ινστιτούτου δεν μπορούν, με το ισχύον πλαίσιο, να χορηγηθούν σε ιδιωτικές κλινικές.
Έτσι, γυναίκες που λαμβάνουν σήμερα τη θεραπεία τους σε ιδιωτικές κλινικές ενδέχεται να χρειαστεί να αναζητήσουν γιατρό σε δημόσιο νοσοκομείο και να αλλάξουν νοσηλευτικό ίδρυμα για τη χορήγηση του φαρμάκου.