Ο καρκίνος των όρχεων εμφανίζεται συχνότερα σε άνδρες ηλικίας 15 έως 40 ετών, και προκειμένου να διαγνωστεί εγκαίρως υπάρχουν κάποια συμπτώματα που δεν πρέπει να αγνοηθούν.

Όπως αναφέρουν οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου Αλεξάνδρα της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Δρ. Μαρία Καπαρέλου, Παθολόγος-Ογκολόγος, και Θάνος Δημόπουλος, Καθηγητής Θεραπευτικής-Ογκολογίας-Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής και τέως Πρύτανης ΕΚΠΑ, οι κυριότεροι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν την κρυψορχία, το θετικό οικογενειακό ιστορικό, το σύνδρομο δυσγενεσίας των όρχεων, καθώς και προηγούμενο ιστορικό καρκίνου στον ετερόπλευρο όρχι.

Η συντριπτική πλειονότητα των περιστατικών αφορά όγκους εκ γεννητικών κυττάρων, οι οποίοι διακρίνονται σε σεμινωματώδεις και μη σεμινωματώδεις όγκους, με διαφορετική βιολογική συμπεριφορά και θεραπευτική προσέγγιση. Ωστόσο, παρά τις επιμέρους διαφορές, η νόσος θεωρείται σήμερα ένα από τα πλέον επιτυχημένα παραδείγματα σύγχρονης ογκολογικής αντιμετώπισης.

Τα συμπτώματα που δεν πρέπει να αγνοηθούν

Η νόσος εκδηλώνεται συχνότερα ως ανώδυνη ψηλαφητή μάζα στον όρχι, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συνοδεύεται από πόνο ή αίσθημα βάρους. Σε πιο προχωρημένα στάδια, όταν η νόσος έχει δώσει μεταστάσεις, τα συμπτώματα μπορεί να σχετίζονται με τη διασπορά, κυρίως στους λεμφαδένες ή τους πνεύμονες.

Οι ειδικοί τονίζουν ότι κάθε αλλαγή στους όρχεις πρέπει να αξιολογείται άμεσα από γιατρό, καθώς η καθυστέρηση στη διάγνωση μπορεί να επηρεάσει την πορεία της νόσου.

Πώς γίνεται η διάγνωση και ποια είναι η θεραπεία

Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εξέταση, το υπερηχογράφημα οσχέου και τη μέτρηση ειδικών δεικτών αίματος, όπως AFP, β-hCG και LDH, ενώ η οριστική διάγνωση τίθεται ιστολογικά μετά από ριζική βουβωνική ορχεκτομή, που αποτελεί και το πρώτο θεραπευτικό βήμα.

Στα αρχικά στάδια, σε επιλεγμένους ασθενείς χαμηλού κινδύνου, μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και ενεργός παρακολούθηση, αποφεύγοντας περιττές παρεμβάσεις. Σε πιο προχωρημένη νόσο, η θεραπεία βασίζεται κυρίως σε χημειοθεραπεία με σχήματα βασισμένα στην πλατίνα, όπως το BEP, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική αντιμετώπιση ή ακτινοθεραπεία.

Ακόμη και στη μεταστατική νόσο, η πρόγνωση παραμένει ιδιαίτερα ευνοϊκή, ιδίως σε ασθενείς καλής πρόγνωσης, γεγονός που διαφοροποιεί τον καρκίνο του όρχεος από πολλές άλλες κακοήθειες.

Η γονιμότητα στο επίκεντρο

Επειδή η νόσος αφορά κυρίως άνδρες αναπαραγωγικής ηλικίας, οι ειδικοί δίνουν ιδιαίτερη έμφαση και στη διατήρηση της γονιμότητας.

Όπως επισημαίνουν, τόσο η ίδια η νόσος όσο και οι θεραπείες μπορεί να επηρεάσουν τη σπερματογένεση, γι’ αυτό και η κρυοσυντήρηση σπέρματος πριν από την έναρξη της θεραπείας πρέπει να συζητείται συστηματικά με τους ασθενείς.

Παράλληλα, η μακροχρόνια παρακολούθηση δεν περιορίζεται μόνο στον κίνδυνο υποτροπής -που εμφανίζεται συχνότερα τα πρώτα δύο με τρία χρόνια- αλλά επεκτείνεται και σε ζητήματα ποιότητας ζωής, όπως πιθανές ορμονικές διαταραχές και υπογοναδισμός.