
Ερευνητές από το Γερμανικό Κέντρο Έρευνας για τον Καρκίνο (DKFZ) και το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης ανέπτυξαν το σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης Hetairos, το οποίο μπορεί να αναλύει ψηφιοποιημένες ιστολογικές τομές και να εντοπίζει με μεγάλη ακρίβεια μοριακούς υποτύπους όγκων του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Μέχρι σήμερα, η πλήρης ταξινόμηση ενός όγκου εγκεφάλου αποτελεί μια σύνθετη και χρονοβόρα διαδικασία.
Οι γιατροί συχνά χρειάζονται εξειδικευμένες μοριακές εξετάσεις, όπως η ανάλυση μεθυλίωσης του DNA, ώστε να καθορίσουν με ακρίβεια τον τύπο και τα χαρακτηριστικά του όγκου. Η διαδικασία αυτή μπορεί να διαρκέσει από αρκετές ημέρες έως και εβδομάδες.
Το νέο σύστημα φιλοδοξεί να επιταχύνει σημαντικά αυτή τη διαδικασία.
Σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Cancer, το Hetairos εκπαιδεύτηκε πάνω σε περισσότερα από 11.000 ψηφιοποιημένα δείγματα όγκων από 9.606 ασθενείς και 11 ιατρικά κέντρα σε τέσσερις ηπείρους.
Η τεχνολογία μπορεί να αναγνωρίζει 102 διαφορετικούς μοριακούς υποτύπους όγκων του κεντρικού νευρικού συστήματος, καλύπτοντας σχεδόν όλο το φάσμα της σύγχρονης ταξινόμησης του Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.
Όταν το σύστημα παρέχει διάγνωση με υψηλή βεβαιότητα, η ακρίβειά του φτάνει το 87%, ένα ιδιαίτερα σημαντικό ποσοστό για ένα τόσο πολύπλοκο πεδίο της ιατρικής.
Οι επιστήμονες πάντως ξεκαθαρίζουν ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν έρχεται να αντικαταστήσει τους γιατρούς. Ο ρόλος της είναι υποστηρικτικός, καθώς μπορεί να περιορίζει γρήγορα τις πιθανές διαγνώσεις και να βοηθά τους παθολογοανατόμους να επιλέγουν πιο στοχευμένα τις εξετάσεις που απαιτούνται.
Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του Hetairos είναι ότι λειτουργεί πάνω σε δείγματα που ήδη χρησιμοποιούνται στα νοσοκομεία.
Δεν απαιτεί δηλαδή εξ ολοκλήρου νέες διαδικασίες ή ακριβό εξοπλισμό, γεγονός που θα μπορούσε μελλοντικά να επιτρέψει την πρόσβαση σε προηγμένη διάγνωση ακόμη και σε μικρότερα νοσοκομεία χωρίς εξειδικευμένα μοριακά εργαστήρια.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η ενσωμάτωση τέτοιων εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης στην ιατρική μπορεί να οδηγήσει σε ταχύτερες αποφάσεις θεραπείας, κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο για ασθενείς με επιθετικές μορφές καρκίνου του εγκεφάλου, όπου ο χρόνος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα.