
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου παραμένει μία από τις συχνότερες μορφές καρκίνου παγκοσμίως, με τους ειδικούς να τονίζουν ότι η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχούς αντιμετώπισης.
Στο πλαίσιο αυτό, μια νέα εξέταση αίματος που έλαβε πρόσφατα έγκριση από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) έρχεται να ενισχύσει τα διαθέσιμα μέσα προσυμπτωματικού ελέγχου.
Πρόκειται για τη δεύτερη αιματολογική εξέταση που εγκρίνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες για τον προληπτικό έλεγχο του καρκίνου του παχέος εντέρου, δίνοντας τη δυνατότητα εντοπισμού γενετικών δεικτών που σχετίζονται με τη νόσο. Ωστόσο, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν πως δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κολονοσκόπηση, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί την πιο αξιόπιστη διαγνωστική μέθοδο.
Πώς πραγματοποιείται η εξέταση
Η νέα μέθοδος απευθύνεται σε άτομα ηλικίας 45 ετών και άνω με μέσο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου.
Η διαδικασία είναι απλή: λαμβάνεται δείγμα αίματος στο ιατρείο, το οποίο αποστέλλεται σε εξειδικευμένο εργαστήριο. Εκεί αναλύεται για την ανίχνευση μικροσκοπικών τμημάτων DNA που ενδέχεται να προέρχονται από καρκινικά κύτταρα ή προκαρκινικές αλλοιώσεις. Τα αποτελέσματα εκδίδονται συνήθως μέσα σε περίπου δύο εβδομάδες.
Οι ειδικοί διευκρινίζουν ότι ένα θετικό αποτέλεσμα δεν αποτελεί διάγνωση καρκίνου και απαιτεί πάντα επιβεβαίωση μέσω κολονοσκόπησης.
Τι έδειξαν οι κλινικές δοκιμές
Η έγκριση του FDA βασίστηκε στη μεγάλη κλινική μελέτη PREEMPT CRC, στην οποία συμμετείχαν σχεδόν 49.000 ασυμπτωματικοί ενήλικες ηλικίας 45 έως 85 ετών που υποβλήθηκαν και σε προληπτική κολονοσκόπηση.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η εξέταση:
- ανίχνευσε το 81,1% των περιπτώσεων καρκίνου του παχέος εντέρου,
- εντόπισε το 13,7% των προχωρημένων προκαρκινικών αλλοιώσεων,\
- εμφάνισε υψηλή ακρίβεια στα αρνητικά αποτελέσματα, αναγνωρίζοντας σωστά περίπου 9 στους 10 εξεταζόμενους.
Παρότι τα αποτελέσματα κρίνονται ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, η αποτελεσματικότητα στην ανίχνευση προκαρκινικών πολυπόδων παραμένει χαμηλότερη σε σύγκριση με την κολονοσκόπηση.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι οι αιματολογικές εξετάσεις μπορούν να αποτελέσουν μια επιπλέον επιλογή για ανθρώπους που αποφεύγουν την κολονοσκόπηση ή τις εξετάσεις κοπράνων, συμβάλλοντας στην αύξηση της συμμετοχής στον προληπτικό έλεγχο.
Όπως επισημαίνει ο ομότιμος καθηγητής της Mayo Clinic, Paul Limburg, δεν υπάρχει μία μόνο εξέταση που να καλύπτει όλες τις ανάγκες των ασθενών, γι’ αυτό και είναι σημαντικό να υπάρχουν διαφορετικές επιλογές, ώστε περισσότεροι άνθρωποι να εξετάζονται εγκαίρως.
Η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία συνιστά ο προσυμπτωματικός έλεγχος να ξεκινά από την ηλικία των 45 ετών για τα άτομα μέσου κινδύνου, ενώ αντίστοιχες συστάσεις υπάρχουν και από την Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ιατρικής Ογκολογίας (ESMO).
Παρά τη σημαντική πρόοδο που καταγράφεται στην ανάπτυξη νέων διαγνωστικών εργαλείων, η ιατρική κοινότητα συμφωνεί ότι η κολονοσκόπηση εξακολουθεί να αποτελεί την εξέταση αναφοράς για την έγκαιρη διάγνωση και την πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου, καθώς επιτρέπει όχι μόνο τον εντοπισμό αλλά και την αφαίρεση προκαρκινικών βλαβών κατά τη διάρκεια της ίδιας διαδικασίας.