Μικρές αλλαγές στον τρόπο που μιλά ένας άνθρωπος, όπως οι συχνότερες παύσεις, οι λέξεις συμπλήρωσης και η δυσκολία να βρει την κατάλληλη λέξη, ενδέχεται να συνδέονται με τη λειτουργία του εγκεφάλου, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της καθημερινής ομιλίας σχετίζονται με την εκτελεστική λειτουργία, δηλαδή ένα σύνολο νοητικών ικανοτήτων που περιλαμβάνει την προσοχή, τον σχεδιασμό, τον έλεγχο της μνήμης και την ικανότητα προσαρμογής σε νέες καταστάσεις.

Ωστόσο, οι επιστήμονες ξεκαθαρίζουν ότι οι περιστασιακές παύσεις ή η χρήση εκφράσεων όπως «εεε» και «εμμ» δεν αποτελούν ένδειξη άνοιας. Το εύρημα αφορά κυρίως τις σταθερές και αισθητές αλλαγές στον τρόπο ομιλίας ενός ατόμου, οι οποίες στο μέλλον θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ένα επιπλέον εργαλείο παρακολούθησης της γνωστικής υγείας.

Στο πλαίσιο της μελέτης, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να περιγράψουν εικόνες με δικά τους λόγια, ενώ παράλληλα υποβλήθηκαν σε τυπικές δοκιμασίες αξιολόγησης των γνωστικών τους λειτουργιών.

Με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης οι ερευνητές ανέλυσαν εκατοντάδες στοιχεία της ομιλίας, όπως τη διάρκεια των παύσεων, τον ρυθμό ομιλίας, τις επαναλήψεις και τις δυσκολίες στην ανάκληση λέξεων.

Η έρευνα περιλάμβανε 67 ηλικιωμένους ενήλικες ηλικίας 65 έως 75 ετών, καθώς και 174 άτομα ηλικίας 18 έως 90 ετών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι σε όλες τις ηλικίες υπήρχε σχέση ανάμεσα στις δυσκολίες στην ομιλία και στην απόδοση στις εκτελεστικές λειτουργίες.

Το σημαντικότερο στοιχείο δεν ήταν απλώς η «λιγότερο καλή» ομιλία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή εξελισσόταν: περισσότερος δισταγμός, συχνότερες διακοπές και μεγαλύτερη δυσκολία στην εύρεση λέξεων συνδέθηκαν με χαμηλότερες επιδόσεις σε γνωστικά τεστ.

Η παραγωγή λόγου απαιτεί τη συνεργασία πολλών περιοχών του εγκεφάλου. Για να εκφράσει μια σκέψη, ένας άνθρωπος πρέπει να ανακαλέσει λέξεις, να οργανώσει τις ιδέες του, να διατηρήσει τη συγκέντρωσή του και να προσαρμόσει το μήνυμά του σε πραγματικό χρόνο.

Όταν αυτές οι διαδικασίες γίνονται λιγότερο αποτελεσματικές, μπορεί να εμφανιστούν μικρές αλλαγές στον τρόπο ομιλίας, όπως πιο αργός ρυθμός, συχνότερες παύσεις ή προσπάθεια περιγραφής μιας λέξης αντί της άμεσης αναφοράς της.

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι, επειδή η ομιλία είναι εύκολο να καταγραφεί και να αναλυθεί, θα μπορούσε στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί ως ένας απλός τρόπος παρακολούθησης πιθανών γνωστικών αλλαγών.

Μπορεί η ομιλία να οδηγήσει σε διάγνωση άνοιας;

Οι ειδικοί τονίζουν ότι η συγκεκριμένη μελέτη δεν αποδεικνύει πως η ανάλυση της ομιλίας μπορεί να διαγνώσει άνοια.

Η διάγνωση της άνοιας εξακολουθεί να βασίζεται στο ιατρικό ιστορικό, στις γνωστικές εξετάσεις, στην αξιολόγηση της καθημερινής λειτουργικότητας, στη νευρολογική εξέταση και, όπου χρειάζεται, σε απεικονιστικές εξετάσεις ή άλλους βιοδείκτες.

Η ανάλυση της ομιλίας θα μπορούσε όμως να αποτελέσει στο μέλλον ένα συμπληρωματικό εργαλείο, βοηθώντας τους γιατρούς να εντοπίζουν άτομα που παρουσιάζουν ασυνήθιστες αλλαγές στη γνωστική τους κατάσταση.

Πότε μια αλλαγή στην ομιλία χρειάζεται προσοχή

Οι περιστασιακές παύσεις και οι λέξεις συμπλήρωσης είναι φυσιολογικό μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας. Η κούραση, το στρες, η έλλειψη ύπνου, η απόσπαση προσοχής ή ορισμένα φάρμακα μπορούν προσωρινά να επηρεάσουν τον τρόπο που μιλά κάποιος.

Περισσότερη σημασία έχει μια ξαφνική ή σταδιακά επιδεινούμενη αλλαγή σε σχέση με το συνηθισμένο πρότυπο ενός ανθρώπου, όπως η επίμονη δυσκολία εύρεσης λέξεων, η απώλεια του ειρμού μιας συζήτησης, η δυσκολία στη διαχείριση καθημερινών υποχρεώσεων ή προβλήματα μνήμης.

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η μελέτη είχε σημαντικούς περιορισμούς. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες ήταν υγιείς και η έρευνα εξέτασε τη σχέση ανάμεσα στην ομιλία και τη γνωστική απόδοση σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, χωρίς να παρακολουθήσει αν κάποιοι εμφάνισαν άνοια αργότερα.

Παράλληλα, η ομιλία επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως η ακοή, η ψυχική υγεία, προηγούμενα εγκεφαλικά επεισόδια, νευρολογικές παθήσεις, το μορφωτικό επίπεδο και το γλωσσικό υπόβαθρο.

Το νέο εύρημα ανοίγει πάντως έναν ενδιαφέροντα δρόμο στην έρευνα για την έγκαιρη παρακολούθηση της υγείας του εγκεφάλου, χωρίς να αποτελεί από μόνο του εργαλείο διάγνωσης.