
Οι Έλληνες ζουν περισσότερο, όμως τα χρόνια που απολαμβάνουν με καλή υγεία παραμένουν λιγότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σύμφωνα με νέα διεθνή μελέτη που αποτυπώνει την αυξανόμενη επιβάρυνση από τα χρόνια νοσήματα και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ).
Η μελέτη Policy Roadmaps for Acting Early on Non-Communicable Diseases: Greece αναδεικνύει ότι περισσότερα από 4 στα 10 άτομα στην Ελλάδα πάσχουν από κάποιο χρόνιο νόσημα, ενώ στους πολίτες άνω των 65 ετών ένας στους δύο αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δύο ή περισσότερες χρόνιες παθήσεις.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα πέντε βασικά μη μεταδοτικά νοσήματα – οι καρδιαγγειακές παθήσεις, ο καρκίνος, ο σακχαρώδης διαβήτης, τα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα και η χρόνια νεφρική νόσος – ευθύνονται πλέον για περίπου το 85% του συνολικού φορτίου νοσηρότητας στη χώρα.
Κάπνισμα, παιδική παχυσαρκία και ανισότητες
Η μελέτη καταγράφει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά καπνίσματος στην Ευρώπη, ενώ το 34% των παιδιών και εφήβων ηλικίας 5 έως 19 ετών είναι υπέρβαρα, έναντι περίπου 24% στην ΕΕ.
Παράλληλα, σχεδόν ένας στους δέκα πολίτες δηλώνει ότι δεν έλαβε την απαραίτητη ιατρική φροντίδα λόγω κόστους, μεγάλων αναμονών ή δυσκολίας πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, ποσοστό πολλαπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι προτάσεις της μελέτης
Μεταξύ των βασικών προτάσεων περιλαμβάνονται η επένδυση στην πρόληψη από την παιδική ηλικία, η μείωση των ανισοτήτων στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, η ενίσχυση του οικογενειακού γιατρού, η ανάπτυξη ασθενοκεντρικών μοντέλων φροντίδας και η αξιολόγηση των προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου.
Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις στην πρόληψη και την πρωτοβάθμια φροντίδα, το οικονομικό και κοινωνικό κόστος των χρόνιων νοσημάτων αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια.