
Οι απάτες με ανύπαρκτα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα συνεχίζουν να προκαλούν σοβαρά οικονομικά προβλήματα σε χιλιάδες καταναλωτές, οι οποίοι καταβάλλουν προκαταβολές ή ολόκληρο το αντίτιμο για οχήματα που τελικά δεν παραδίδονται ποτέ.
Παρά τις πολυάριθμες καταγγελίες, τις μηνύσεις και τις αγωγές που έχουν κατατεθεί, οι επιτήδειοι εξακολουθούν να βρίσκουν νέα θύματα, εκμεταλλευόμενοι τις χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες.
Σύμφωνα με ποινικολόγο, η είσπραξη χρημάτων για την πώληση αυτοκινήτου που αποδεικνύεται ανύπαρκτο συνιστά το αδίκημα της απάτης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 386 του Ποινικού Κώδικα. Όταν η ζημία δεν υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, το αδίκημα αντιμετωπίζεται ως πλημμέλημα με ποινή φυλάκισης έως πέντε έτη, ενώ για μεγαλύτερα ποσά μετατρέπεται σε κακούργημα, με ποινές κάθειρξης από πέντε έως δέκα έτη.
Πλέον οι εισαγγελικές αρχές μπορούν να κινηθούν αυτεπάγγελτα μόλις πληροφορηθούν ένα τέτοιο περιστατικό. Ωστόσο, είναι ιδιαίτερα σημαντικό το θύμα να απευθυνθεί άμεσα σε εξειδικευμένο δικηγόρο, να συγκεντρώσει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία –όπως συνομιλίες, ηλεκτρονικά μηνύματα, αποδείξεις πληρωμών και συμβάσεις– και να προχωρήσει άμεσα στις απαραίτητες νομικές ενέργειες.
Παράλληλα με την ποινική διαδικασία, οι εξαπατημένοι καταναλωτές μπορούν να διεκδικήσουν και οικονομική αποζημίωση. Η ποινική καταδίκη του δράστη δεν συνεπάγεται αυτόματα την επιστροφή των χρημάτων. Για να ανακτήσει τα ποσά που έχασε, ο παθών πρέπει να καταθέσει αγωγή ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διεκδικώντας τόσο την επιστροφή των χρημάτων όσο και αποζημίωση για κάθε πρόσθετη ζημία ή ακόμη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.