Καταπέλτες, φλεγόμενα βέλη, τεράστιοι πολιορκητικοί κριοί και πέτρες εκατοντάδων κιλών. Στον Μεσαίωνα, όποιος ήθελε να καταλάβει μια οχυρωμένη πόλη έπρεπε πρώτα να βρει τρόπο να ξεπεράσει τα τείχη της.

Το 1346 όμως, κατά τη διάρκεια μιας πολιορκίας στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, οι επιτιθέμενοι φέρεται να χρησιμοποίησαν κάτι πολύ πιο μακάβριο. Αντί να εκτοξεύσουν μόνο πέτρες, σύμφωνα με χρονικό της εποχής έβαλαν στις πολιορκητικές μηχανές τα πτώματα ανθρώπων που είχαν πεθάνει από πανώλη και τα πέταξαν μέσα στην πόλη.

Στόχος δεν ήταν απλώς να τρομοκρατήσουν όσους βρίσκονταν πίσω από τα τείχη. Ήθελαν, σύμφωνα με την αφήγηση, να μεταφέρουν τον θάνατο στο εσωτερικό της πόλης χωρίς να χρειαστεί καν να μπουν σε αυτήν.

Και κάπως έτσι γεννήθηκε μία από τις πιο ανατριχιαστικές ιστορίες πολιορκίας που έχουν καταγραφεί.

Η πόλη που όλοι ήθελαν

Η Κάφφα βρισκόταν στη χερσόνησο της Κριμαίας, στη θέση της σημερινής Θεοδοσίας, και αποτελούσε έναν εξαιρετικά σημαντικό εμπορικό σταθμό των Γενουατών. Η γεωγραφική της θέση την είχε μετατρέψει σε κομβικό σημείο για τις εμπορικές διαδρομές που συνέδεαν την Ευρώπη με την Ασία.

Μέσα από την πόλη περνούσαν έμποροι, ναυτικοί και εμπορεύματα από διαφορετικές περιοχές του τότε γνωστού κόσμου. Αυτό σήμαινε πλούτο, αλλά ταυτόχρονα την έκανε πολύτιμο στόχο για όποιον ήθελε να ελέγξει την περιοχή.

Στα μέσα του 14ου αιώνα οι δυνάμεις της Χρυσής Ορδής, υπό τον Τζανί Μπεγκ, πολιόρκησαν την Κάφφα. Οι Γενουάτες μπορούσαν να προστατεύονται πίσω από τις ισχυρές οχυρώσεις τους και να ανεφοδιάζονται μέσω θαλάσσης. Η κατάληψη της πόλης επομένως δεν ήταν καθόλου εύκολη.

Τότε όμως εμφανίστηκε ένας εχθρός που δεν ξεχώριζε πολιορκητές και πολιορκημένους.

Η πανώλη.

Η αρρώστια χτύπησε πρώτα το στρατόπεδο

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, επιδημία ξέσπασε στις τάξεις των επιτιθέμενων. Άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν σε μεγάλους αριθμούς και η στρατιωτική επιχείρηση κινδύνευε να καταρρεύσει χωρίς οι υπερασπιστές να χρειαστεί να κάνουν σχεδόν τίποτα.

Την ιστορία κατέγραψε αργότερα ο Γκαμπριέλε ντε’ Μούσι, ένας Ιταλός συμβολαιογράφος από την Πιατσέντσα. Η αφήγησή του αποτελεί την κύρια ιστορική πηγή για όσα φέρεται να συνέβησαν στην Κάφφα, αν και οι σύγχρονοι ιστορικοί επισημαίνουν ότι ο ίδιος πιθανότατα δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων.

Σύμφωνα λοιπόν με τη συγκεκριμένη μαρτυρία, οι πολιορκητές βλέποντας τους άνδρες τους να πεθαίνουν αποφάσισαν να μετατρέψουν τα ίδια τα θύματα της επιδημίας σε όπλο.

Τα πτώματα τοποθετήθηκαν στις πολιορκητικές μηχανές.

Και εκτοξεύτηκαν πάνω από τα τείχη.

Πτώματα έπεφταν μέσα στην πόλη

Η εικόνα θα πρέπει να ήταν εφιαλτική. Οι κάτοικοι και οι στρατιώτες της Κάφφα δεν έβλεπαν πλέον πέτρες να περνούν πάνω από τα τείχη, αλλά νεκρά ανθρώπινα σώματα να προσγειώνονται μέσα στην οχυρωμένη πόλη.

Σύμφωνα με τον ντε’ Μούσι, ο σκοπός ήταν να μεταδοθεί η ασθένεια στους πολιορκημένους. Οι άνθρωποι μέσα στην Κάφφα προσπάθησαν να απαλλαγούν από τα πτώματα, ρίχνοντάς τα στη θάλασσα, όμως η επιδημία φέρεται να εμφανίστηκε τελικά και μέσα στην πόλη.

Για τον λόγο αυτό το περιστατικό αναφέρεται συχνά ως μία από τις παλαιότερες καταγεγραμμένες περιπτώσεις βιολογικού πολέμου. Η περιγραφή είναι εντυπωσιακή, όμως χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: γνωρίζουμε ότι η ιστορία καταγράφηκε, αλλά δεν μπορούμε να αποδείξουμε με απόλυτη βεβαιότητα όλες τις λεπτομέρειές της.

Ακόμη περισσότερο, δεν γνωρίζουμε αν τα μολυσμένα πτώματα ήταν πράγματι ο βασικός λόγος που εξαπλώθηκε η πανώλη μέσα στην Κάφφα.

Θα μπορούσε πραγματικά να λειτουργήσει;

Σήμερα γνωρίζουμε ότι η πανώλη προκαλείται από το βακτήριο Yersinia pestis και ότι στην ιστορική εξάπλωσή της σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι ψύλλοι και τα τρωκτικά. Αυτό κάνει το σενάριο πιο περίπλοκο από την απλή ιδέα ότι «ένα μολυσμένο πτώμα έπεσε στην πόλη και όλοι αρρώστησαν».

Η παρουσία μεγάλου αριθμού νεκρών μέσα σε μια πολιορκημένη μεσαιωνική πόλη μπορούσε ασφαλώς να δημιουργήσει σοβαρό υγειονομικό πρόβλημα. Ωστόσο, ερευνητές έχουν επισημάνει ότι η πανώλη θα μπορούσε να έχει περάσει μέσα στα τείχη και με άλλους τρόπους, για παράδειγμα μέσω μολυσμένων τρωκτικών και ψύλλων που υπήρχαν στην περιοχή.

Άρα η εκτόξευση των πτωμάτων μπορεί πράγματι να συνέβη χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποτέλεσε από μόνη της την αιτία της επιδημίας στην πόλη.

Και εδώ αρχίζει το ακόμη μεγαλύτερο μυστήριο.

Έφτασε έτσι ο Μαύρος Θάνατος στην Ευρώπη;

Μία δημοφιλής εκδοχή της ιστορίας θέλει Γενουάτες εμπόρους να εγκαταλείπουν την Κάφφα με τα πλοία τους και, ταξιδεύοντας προς τη Μεσόγειο, να μεταφέρουν μαζί τους την πανώλη. Από εκεί, σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, η ασθένεια εξαπλώθηκε στην Ευρώπη και εξελίχθηκε στον καταστροφικό Μαύρο Θάνατο.

Η πραγματικότητα όμως είναι πιο σύνθετη. Η πανώλη εξαπλωνόταν ήδη μέσα από ένα τεράστιο δίκτυο εμπορικών διαδρομών και λιμανιών και οι σύγχρονες έρευνες δεν επιτρέπουν να θεωρήσουμε την Κάφφα ως τη μοναδική «πόρτα» από την οποία μπήκε στην Ευρώπη.

Ο Μαύρος Θάνατος έφτασε στη Μεσόγειο το 1347 και μέσα στα επόμενα χρόνια σάρωσε την ευρωπαϊκή ήπειρο, προκαλώντας μία από τις μεγαλύτερες δημογραφικές καταστροφές στην ανθρώπινη ιστορία.

Η Κάφφα αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της ιστορίας, όχι όμως απαραίτητα την αποκλειστική αρχή της.

Ένα «όπλο» που προκαλεί τρόμο ακόμη και σήμερα

Είτε η εκτόξευση των πτωμάτων κατάφερε πραγματικά να μεταδώσει την πανώλη είτε όχι, η ίδια η ιδέα αποκαλύπτει πόσο ακραίες μπορούσαν να γίνουν οι μεσαιωνικές πολιορκίες.

Οι καταπέλτες είχαν κατασκευαστεί για να γκρεμίζουν οχυρώσεις και να εκτοξεύουν βαριά βλήματα. Στην Κάφφα, σύμφωνα με τη μαρτυρία που έφτασε μέχρι τις ημέρες μας, χρησιμοποιήθηκαν για κάτι εντελώς διαφορετικό: να περάσουν την αρρώστια πάνω από ένα τείχος.

Σχεδόν επτά αιώνες αργότερα, οι ιστορικοί εξακολουθούν να συζητούν πόσο ακριβής είναι η συγκεκριμένη αφήγηση και πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε στην εξάπλωση της πανώλης.

Ένα πράγμα όμως εξηγεί γιατί η ιστορία επιβίωσε για τόσους αιώνες.

Σε μια εποχή όπου τα τείχη μπορούσαν να σταματήσουν στρατιώτες, άλογα και πολιορκητικές μηχανές, κάποιος σκέφτηκε ότι υπήρχε κάτι που κανένα τείχος δεν μπορούσε να σταματήσει: την αρρώστια.