
Μεγάλη ανησυχία και δυσφορία προκαλούν τα αυξανόμενα κρούσματα δηλητηριασμένων δολωμάτων στην (καμμένη) Δαδιά του Έβρου αλλά και στην Πινδο.
Κάποιοι απάνθρωποι βάζουν εμποτισμένα με ισχυρό δηλητήριο κομμάτια κρέατος από τα οποία βρίσκουν φριχτό θάνατο, κυνηγόσκυλα, τσοπανόσκυλα και αλεπούδες, έως και σπάνια πουλιά, όπως μαυρόγυπες και χρυσαετοί.
Παρά το γεγονός ότι οι αρχές έχουν επικηρύξει τους δράστες ουδείς έχει καταστεί δυνατό να συλληφθεί και αυτό από μόνο του είναι απαράδεκτο.
Πρόκειται για ένα σοβαρό περιβαλλοντικό έγκλημα με απρόβλεπτες συνέπειες στην σπάνια πανίδα αυτών των περιοχών.
Επίσης ένα δηλητηριασμένο δόλωμα μπορεί να φονεύσει περισσότερα ζώα από ένα.
Πριν από δύο χρόνια είχε εντοπιστεί χρυσαετός στην Πίνδο που θεωρείται σπάνιο πτηνό και βρέθηκε νεκρός κι από τις εξετάσεις που έγιναν εντοπίστηκαν στο στομάχι του υπολείμματα τροφής από αλεπού η οποία κι αυτή είχε δηλητηριαστεί από δολώματα.
Πάντως, έχουν βρεθεί αποτυπώματα γενετικό υλικό που μπορούν να οδηγήσουν στους δράστες αλλά ακόμα τίποτα.
Πολλοί κατηγορούν τους παράνομους κυνηγούς (ή και νόμιμους) γι΄αυτό.
Δεν έχει σημασία ποιος είναι. Η κυβέρνηση οφείλει να προστατεύσει την ελληνική πανίδα.
Τα ίδια συμβαίνουν και στις Πρέσπες όπου βρίσκονται συνέχεια δηλητηριασμένες αλεπούδες.
Στον ορεινό Έβρο θύματα των ασυνείδητων που τα τοποθετούν, είναι μέχρι στιγμής ο μοναδικός στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπη Μαυρογυπας, που ζει αποκλειστικά στο δάσος της Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου.
Ο καθηγητής Οικολογίας και Διαχείρισης της Άγριας Πανίδας του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δημήτρης Μπακαλούδης μιλώντας στο ΑΠΕ ΜΠΕ, κάνει λόγο για εννιά νεκρούς μαυρόγυπες μέχρι στιγμής από τον πληθυσμό των 130 με 140 που ζουν στο δάσος!
Η καταστροφή είναι πολύ μεγάλη και μιλάμε για ένα δάσος που κατακάηκε στις πυρκαγιές του 2023.
«Για να γίνει ένα άτομο αναπαραγωγικό θέλει 5 – 6 χρόνια. Μέχρι τα έξι χρόνια οι κίνδυνοι που διατρέχει ένας μαυρόγυπας είναι πάρα πολλοί.
Έχει γίνει τεράστια προσπάθεια τόσα χρόνια για να κρατηθεί αυτός ο πληθυσμός και είναι μοναδικός στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Δεν υπάρχει αλλού τέτοιος αναπαραγωγικός πληθυσμός» λέει και προσθέτει:
«Ο μαυρόγυπας είναι ένα εμβληματικό είδος της περιοχής που έχει μια ιδιαίτερη αξία. Ωστόσο και όλα τα υπόλοιπα αρπακτικά είναι σημαντικά και προστατευμένα σήμερα, άσχετα αν πληθυσμιακά έχουν πιο σταθερούς πληθυσμούς.
Και εκείνα προστατεύονται και από την ελληνική και από τη διεθνή νομοθεσία και είναι σημαντικά για την περιοχή. Οτιδήποτε θανατώνεται με έναν τέτοιο τρόπο ενέχει την καταστροφικότητα.
Όλα τα είδη είναι ωφέλιμα και έχουν όλα μια χρησιμότητα σε ένα οικοσύστημα, είτε είναι σαρκοφάγα, είτε παμφάγα όπως η αλεπού είτε αρπακτικά που είναι κοινά».
Από την άλλη πλευρά σημειώνει ότι στόχος των δολωμάτων δεν είναι ο μαυρόγυπας αλλά τα σαρκοφάγα ζώα όπως ο λύκος, η αλεπού και η αρκούδα.
«Το πτωματοφάγο, το αρπακτικό δεν βρίσκει το δόλωμα αλλά τον νεκρό λύκο, τη νεκρή αλεπού, το νεκρό κουνάβι. Η δουλειά των πτωματοφάγων ζώων είναι να εξυγιαίνουν το περιβάλλον από τα νεκρά ζώα αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση υφίστανται δευτερογενώς τις συνέπειες των δηλητηριασμένων δολωμάτων που μπήκαν για τους λύκους και τις αλεπούδες» λέει.
Ο κ. Μπακαλούδης σχολιάζει, επίσης ότι «παλαιότερα κάποιοι έβαζαν δολώματα για τους ασβούς γιατί κατέστρεφαν τα κηπευτικά τους» ενώ προσθέτει ότι «οι κυνηγοί έβαζαν δολώματα για να μειώσουν τον πληθυσμό των αλεπούδων θεωρώντας ότι αυτές ευθύνονται για τη μείωση των λαγών, κάτι που ξεπεράστηκε καθώς υπήρξε ενημέρωση σύμφωνα με την οποία αυτό δεν ισχύει.
Ειδικά σε περιβάλλοντα που προέκυψαν μετά τη φωτιά στη Δαδιά, υπάρχει πλέον πράσινη τροφή από την οποία επωφελούνται τα φυτοφάγα, συμπεριλαμβανομένου και του λαγού». Επίσης αναφέρει ότι «υπήρχαν αρκετές θανατώσεις κυνηγετικών σκύλων από λύκους».
Σε ό,τι αφορά τους κτηνοτρόφους για τα κοπάδια των οποίων οι λύκοι είναι μια απειλή σημειώνει ότι «η κτηνοτροφία τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί σημαντικά και έχουν μείνει ελάχιστα κοπάδια στην περιοχή, ειδικά μετά τις θανατώσεις κοπαδιών λόγω κρουσμάτων ζωονόσων».
«Το φαινόμενο των δηλητηριασμένων δολωμάτων είναι πολύ παλιό. Ξεκινάει από τη δεκαετία του ’90, τότε όμως δεν υπήρχαν τα μέσα για την αντιμετώπιση του προβλήματος και οι καταγραφές ήταν λίγες» δηλώνει και συμπληρώνει:
«παλαιότερα, τη δεκαετία του ’70 χρησιμοποιούνταν δολώματα ακόμη και από την ίδια τη δασική υπηρεσία για τον έλεγχο των σαρκοφάγων θηλαστικών (λύκου, αλεπούς και τσακαλιού).
Ωστόσο αυτό δεν επιτρέπεται εδώ και πολλά χρόνια και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη».
Τα λόγια είναι φτώχεια: Προτίθεται η κυβέρνηση να δράσει άμεσα για την προστασία του ελληνικού ζωικού πλούτους
Γιατί όταν θέλει βρίσκει τους πάντες…
