
Οι τράπεζες και τα funds στην χώρα αυτή πάντα κερδίζουν.
Είναι όπως το λένε οι Αμερικανοί: «The house always wins».
Το μόνο αρνητικό που μπορεί να συμβεί στις τράπεζες είναι να κερδίσουν λιγότερα.
Έτσι λοιπόν, με την απόφαση του Αρείου Πάγου για τους τόκους των δανείων Νόμου Κατσέλη θα κερδίσουν 1,5 δισ. ευρώ λιγότερο.
Βέβαια η απόφαση μπορεί να ανοίξει έναν νέο κύκλο απαιτήσεων, αναδρομικών διεκδικήσεων και σκληρών νομικών συγκρούσεων.
Στην πραγματικότητα όμως δεν τους φταίει κανείς, γιατί τώρα θα πληρώσουν την απληστία τους.
Θα είχαν αποφευχθεί όλα αυτά αν οι υπολογισμοί τραπεζιτών και servicers είχαν γίνει εξαρχής όπως όριζαν οι δικαστικές αποφάσεις.
Πηγές παραδέχονται πως αν είχε τηρηθεί κατά γράμμα το πνεύμα των δικαστικών κρίσεων, η «βόμβα» δεν θα είχε καν πυροδοτηθεί.
Η ελληνική Δημοκρατία έδωσε στις τράπεζες και τις διοικήσεις τους – προκειμένου να τις βοηθήσει να απαλλαγούν από τα «κόκκινα» δάνεια – εγγυήσεις που σήμερα, μετά τόσα χρόνια πλειστηριασμών και ρευστοποιήσεων κόκκινων δανείων, ανέρχονται σε 17,3 δισ. ευρώ.
Τώρα, με την απόφαση του Αρείου Πάγου κινδυνεύει να καταπέσει μέρος των εγγυήσεων επειδή οι τράπεζες, σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, δεν υπολόγιζαν σωστά τους τόκους των συγκεκριμένων δανείων.
Υπενθυμίζεται ότι η Πολιτεία, μετά από έντονες πιέσεις του πιστωτικού συστήματος, προχώρησε σε ξεκαθάρισμα των πραγματικών από τις πλασματικές υποθέσεις του Νόμου, υποχρεώνοντας τους δανειολήπτες σε άμεση επικαιροποίηση στοιχείων.
Τα «ξερά» διαχωρίστηκαν από τα «χλωρά» και ο αριθμός των δικαιούχων περιορίστηκε αισθητά.
Ωστόσο, παρά το ξεκαθάρισμα, τα συγκεκριμένα δάνεια – που αφορούσαν κατά ευάλωτα νοικοκυριά – δεν έτυχαν της προσοχής που θα ανέμενε κανείς. Και τώρα, το τίμημα της αμέλειας ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα βαρύ.
Παρά το γεγονός πως η απόφαση του Αρείου Πάγου δεν έχει δημοσιευτεί, τα πράγματα μπορεί να γίνουν πολύ χειρότερα καθώς οι τράπεζες για να μην αναλάβουν την οικονομική ευθύνη θα επιχειρήσουν να μετατρέψουν τη συγκεκριμένη απόφαση σε πεδίο νέων δικαστικών διενέξεων.
Δεν έχει σημασία, λένε οι γνωρίζοντες, πόσα δάνεια έχουν τώρα οι τράπεζες στο χαρτοφυλάκιό τους, αφού η αναδρομικότητα αποτελεί τον πιο κρίσιμο παράγοντα σε ό,τι αφορά τις ζημιές, καθώς μπορεί να μεταφέρει το βάρος είτε στους αρχικούς δανειστές είτε στους σημερινούς κατόχους των απαιτήσεων, είτε και στους δύο περιπλέκοντας τις νομικές και οικονομικές ισορροπίες.
• Ποιος θα καταβάλει εν τέλει τις αποζημιώσεις;
• Tι πιθανότητες υπάρχουν δανειολήπτες των οποίων τα σπίτια βγήκαν στον πλειστηριασμό να θελήσουν να τα επανακτήσουν υποστηρίζοντας πως οι τόκοι ενίσχυσαν αδίκως τις δόσεις που δεν μπόρεσαν να καταβάλουν και τι θα σημάνει αυτό για όσους απέκτησαν τα σπίτια από πλειστηριασμό;
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως χρειάστηκαν πολλά χρόνια δικαστικοί αγώνες προκειμένου εν τέλει να έρθει η Πολιτεία και να επιβάλει μια ρύθμιση για το ελβετικό φράγκο δημιουργώντας συνθήκες βιωσιμότητας για τουλάχιστον 50.000 δανειολήπτες που ζούσαν υπό το κράτος του χρέους.
Αξιοσημείωτο επίσης είναι πως τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, παρά την προηγούμενη περίοδο ανόδου των επιτοκίων, έδωσαν αναντίστοιχες αποδόσεις στους καταθέτες τους διατηρώντας από τα υψηλότερα spreads (επιτοκιακά περιθώρια) στην Ευρώπη.
Και όλα αυτά ενώ το πιστωτικό σύστημα της χώρας έχει σοβαρά βοηθηθεί από τον τρόπο με τον οποίον εκκαθαρίσθηκαν τα «κόκκινα» δάνεια (μέσα από τις εγγυήσεις του Δημοσίου) ενώ στα κεφάλαιά του πρόσθεσε το εύρημα του αναβαλλόμενου φόρου, στοιχείο το οποίο του επέτρεψε μια ισχυρή κερδοφόρο ανάκαμψη.
Τι προβλέπει η απόφαση του Αρείου Πάγου
Η απόφαση της Ολομέλειας του Άρειου Πάγου για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στις ρυθμίσεις δανείων που έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη (Ν. 3869/2010) καθόρισε ένα κρίσιμο νομικό σημείο που απασχολούσε επί χρόνια τις τράπεζες, τους δανειολήπτες και τις εταιρείες διαχείρισης «κόκκινων» δανείων.
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, ο τόκος δεν θα υπολογίζεται πλέον επί του συνολικού υπολειπόμενου κεφαλαίου του δανείου – όπως αυτό καταγράφηκε όταν ο δανειολήπτης εντάχθηκε στο Νόμο Κατσέλη-, αλλά επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης που έχει καθοριστεί με τη δικαστική απόφαση και ρύθμιση η οποία ενέταξε το δανειολήπτη στο Ν. 3869.
Η απόφαση, αν και δεν έχει καθαρογραφεί φαίνεται πως προβλέπει την αναδρομική ισχύ από τότε που ένα δάνειο εντάχθηκε στο συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο.
Έστω, λοιπόν, ένα δάνειο 100.000 ευρώ με ένα επιτόκιο 3%. Αυτό για κάθε έτος προάγει 3000 ευρώ τόκους που διαιρούνται δια του 12 και δημιουργούν ένα κόστος τοκοφορίας 250 ευρώ σε κάθε δόση εάν επρόκειτο για ένα κανονικό δάνειο και όχι για ένα δάνειο ενταγμένο στο Νόμο Κατσέλη.
Έστω πως πρόκειται για ένα δάνειο 20ετίας, τότε η δόση του κεφαλαίου διαμορφώνεται σε περίπου 500 ευρώ το μήνα συν 250 ευρώ τόκοι, δηλαδή 750 ευρώ συνολική δόση.
Με την απόφαση του Αρείου Πάγου, το επιτόκιο, δηλαδή το 3%, επιβάλλεται επί των 500 ευρώ και διαμορφώνει έναν τόκο 15 ευρώ μηνιαίως και επομένως η δόση διαμορφώνεται στα 515 ευρώ μηνιαίως.
Η ερμηνεία αυτή μειώνει ουσιαστικά το συνολικό κόστος των τόκων για τον δανειολήπτη, σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού τραπεζών και servicers.
