
Στο συνέδριο της Bank of America, από τις 22 έως τις 24 Σεπτεμβρίου, οι διοικήσεις των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών βρέθηκαν απέναντι σε αναλυτές που δεν τους άφησαν σε «χλωρό κλαρί», ίσως γιατί ξέρουν πως έχουν πραγματοποιήσει μεγάλα ανοίγματα σε δέκα ελληνικούς επιχειρηματικούς ομίλους.
Ήθελαν συγκεκριμένες απαντήσεις για την επόμενη ημέρα: Αν οι υψηλές επιδόσεις αντέχουν όταν στερέψει η ένταση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Στο τραπέζι μπήκαν οι χορηγήσεις μετά το RRF, τα έσοδα από προμήθειες, το wealth management, οι ασφάλειες, τα επιτοκιακά περιθώρια και οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Οι Βασίλης Ψάλτης, Φωκίων Καραβίας, Παύλος Μυλωνάς και Χρήστος Μεγάλου έχουν πλέον ένα διαφορετικό στοίχημα από εκείνο της εξυγίανσης.
Να πείσουν ότι το μοντέλο κερδοφορίας δεν είναι συγκυρία ευρωπαϊκών κονδυλίων και υψηλών spreads, αλλά μηχανή που μπορεί να δουλέψει και χωρίς το ίδιο μαξιλάρι.
Τραπεζικές πηγές μετέφεραν ότι σχεδόν οι μισές συναντήσεις ήταν με επενδυτές ανεπτυγμένων αγορών, στον απόηχο της αναβάθμισης του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Αυτό αλλάζει το κοινό. Δεν ρωτούν πλέον αν το σύστημα άντεξε.
Ρωτούν αν η πιστωτική επέκταση θα συνεχιστεί όταν τελειώσουν τα έργα του Ταμείου, αν τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα θα αντέξουν σε στενότερα περιθώρια και αν οι προμήθειες — ασφάλειες, διαχείριση περιουσίας, επενδυτικά προϊόντα — μπορούν να καλύψουν το κενό.
Ρωτούν και για το ΑΙ: επένδυση παραγωγικότητας ή γραμμή παρουσίασης.
Η απάντηση που περιμένει το Λονδίνο δεν είναι μία πολιτική αφήγηση περί ανάκαμψης αλλά αριθμοί μετά το 2027.
Πόσα νέα δάνεια χωρίς RRF. Πόσο από το εισόδημα θα έρχεται εκτός τόκων. Πόσο ανθεκτικό είναι το κόστος καταθέσεων.
