
Η στυτική δυσλειτουργία δεν αφορά αποκλειστικά τους μεγαλύτερους σε ηλικία άνδρες. Νέα μελέτη δείχνει ότι στους νεότερους άνδρες ένας ακόμα παράγοντας που ενδέχεται να συνδέεται με το πρόβλημα είναι το χρόνιο και έντονο εργασιακό στρες.
Οι ερευνητές εξέτασαν 826 άνδρες ηλικίας 22 έως 40 ετών, οι οποίοι εργάζονταν σε πλήρες ωράριο. Στο επίκεντρο βρέθηκαν διαφορετικές μορφές εργασιακής πίεσης, όπως οι πολλές ώρες δουλειάς, η περιορισμένη αυτονομία, η ανεπαρκής υποστήριξη από τον προϊστάμενο, οι δύσκολες σχέσεις με συναδέλφους και η πίεση για επαγγελματική ανέλιξη.
Για την αξιολόγηση της στυτικής λειτουργίας χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο International Index of Erectile Function-5 (IIEF-5), ενώ παράλληλα μετρήθηκαν ορμονικοί δείκτες, μεταξύ των οποίων η κορτιζόλη και η τεστοστερόνη.
Τα ευρήματα έδειξαν σημαντική διαφορά ανάμεσα στις ομάδες. Η στυτική δυσλειτουργία καταγράφηκε στο 8,2% των ανδρών με τα χαμηλότερα επίπεδα εργασιακού στρες, ενώ στην ομάδα με το υψηλότερο στρες το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε το 54,4%.
Μάλιστα, μετά τη συνεκτίμηση παραγόντων όπως η ηλικία, το σωματικό βάρος, το κάπνισμα και η κατανάλωση αλκοόλ, οι άνδρες που ανέφεραν τα υψηλότερα επίπεδα εργασιακού στρες εμφάνιζαν περίπου δεκαπλάσιες πιθανότητες να παρουσιάζουν στυτική δυσλειτουργία.
Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η συσχέτιση με τις πολλές ώρες εργασίας. Οι άνδρες της ομάδας με το υψηλότερο στρες εργάζονταν κατά μέσο όρο περίπου 65 ώρες την εβδομάδα, έναντι περίπου 42 ωρών στην ομάδα με το χαμηλότερο στρες. Αντίθετα, η υποστήριξη από τον προϊστάμενο φάνηκε να λειτουργεί προστατευτικά.
Ο ρόλος της κορτιζόλης και της τεστοστερόνης
Η επίδραση του στρες στη σεξουαλική λειτουργία μπορεί να σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο το σώμα ανταποκρίνεται στη συνεχή πίεση.
Η στύση απαιτεί τη συνεργασία του εγκεφάλου, του νευρικού συστήματος, των ορμονών και της κυκλοφορίας του αίματος. Το έντονο άγχος μπορεί να επηρεάσει αυτή τη διαδικασία, ενώ παράλληλα μπορεί να ενισχύσει το άγχος επίδοσης.
Στη συγκεκριμένη μελέτη, όσο αυξανόταν το εργασιακό στρες, καταγράφονταν υψηλότερα επίπεδα κορτιζόλης και χαμηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης. Οι ερευνητές εκτίμησαν ότι οι συγκεκριμένες ορμονικές μεταβολές ενδέχεται να αποτελούν έναν από τους μηχανισμούς που συνδέουν το χρόνιο στρες με τη στυτική λειτουργία.
Ωστόσο, τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν ότι το εργασιακό στρες προκαλεί από μόνο του στυτική δυσλειτουργία. Πρόκειται για συσχέτιση και όχι απαραίτητα για σχέση αιτίας-αποτελέσματος, ενώ η έρευνα αφορούσε συγκεκριμένη ομάδα νεαρών εργαζόμενων ανδρών.
Δεν ευθύνεται πάντα το στρες
Η εμφάνιση στυτικής δυσλειτουργίας σε έναν νεαρό άνδρα δεν σημαίνει ότι η αιτία είναι απαραίτητα η πίεση στη δουλειά.
Το πρόβλημα μπορεί να συνδέεται με διάφορους σωματικούς ή ψυχολογικούς παράγοντες, όπως ο διαβήτης, καρδιαγγειακά προβλήματα, ορμονικές διαταραχές, προβλήματα του θυρεοειδούς, το κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, ορισμένα φάρμακα, νευρολογικές ή αγγειακές παθήσεις, αλλά και το άγχος, η κατάθλιψη ή προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Μάλιστα, όταν το πρόβλημα είναι επίμονο ή επαναλαμβανόμενο, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αποτελεί ένδειξη ενός υποκείμενου προβλήματος υγείας και όχι απλώς μια προσωρινή αντίδραση σε μια δύσκολη περίοδο στη δουλειά.
Τι μπορεί να βοηθήσει
Εάν το εργασιακό στρες φαίνεται να επηρεάζει τη σεξουαλική λειτουργία, η μείωση του υπερβολικού φόρτου εργασίας, ο επαρκής ύπνος, η σωματική άσκηση και η καλύτερη διαχείριση του άγχους μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά βήματα.
Σε περιπτώσεις όπου το άγχος επίδοσης έχει δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο, η συμβουλευτική ή η σεξοθεραπεία μπορεί επίσης να βοηθήσει.
Σε κάθε περίπτωση, όταν οι δυσκολίες στη στύση επιμένουν, η συζήτηση με επαγγελματία υγείας είναι σημαντική. Η κατάλληλη αξιολόγηση μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό της πραγματικής αιτίας και στην επιλογή της κατάλληλης αντιμετώπισης.