
Η πρωτεΐνη θεωρείται πλέον βασικό στοιχείο της καθημερινής διατροφής και πολλά προϊόντα προωθούνται ως «πλούσια σε πρωτεΐνη».
Σύμφωνα με διατροφολόγους, υπάρχουν ορισμένα δημοφιλή τρόφιμα που συχνά υπερεκτιμώνται ως προς την περιεκτικότητά τους σε πρωτεΐνη.
Το γάλα αμυγδάλου, για παράδειγμα, αποτελεί αγαπημένη επιλογή για όσους αποφεύγουν τα γαλακτοκομικά, όμως η περιεκτικότητά του σε πρωτεΐνη είναι αρκετά χαμηλή. Ένα ποτήρι μη ζαχαρούχου γάλακτος αμυγδάλου περιέχει περίπου 2 γραμμάρια πρωτεΐνης, σημαντικά λιγότερα από το αγελαδινό γάλα.
Παρόμοια περίπτωση είναι και το αβοκάντο. Αν και θεωρείται ιδιαίτερα θρεπτικό χάρη στα καλά λιπαρά, τις φυτικές ίνες και το κάλιο που προσφέρει, δεν αποτελεί σημαντική πηγή πρωτεΐνης, καθώς μια τυπική μερίδα περιέχει μόλις περίπου 1,5 γραμμάριο.
Το χούμους επίσης δίνει συχνά την εντύπωση ότι είναι «πρωτεϊνική βόμβα» λόγω των ρεβιθιών, όμως οι ποσότητες που καταναλώνονται συνήθως αποδίδουν μικρή ποσότητα πρωτεΐνης. Μια μικρή μερίδα παρέχει περίπου 2 γραμμάρια.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζουν πολλές μπάρες δημητριακών. Παρότι προβάλλονται ως ιδανικό σνακ ενέργειας και πρωτεΐνης, αρκετές περιέχουν ελάχιστη ποσότητα, ακόμα και μόλις 1 έως 3 γραμμάρια ανά μπάρα. Οι ειδικοί συμβουλεύουν να διαβάζουμε προσεκτικά τις ετικέτες πριν την αγορά.
Το φυστικοβούτυρο, που έχει συνδεθεί έντονα με την πρωτεΐνη, δεν θεωρείται τόσο πλούσιο όσο πιστεύεται. Δύο κουταλιές της σούπας προσφέρουν περίπου 7 γραμμάρια, γι’ αυτό συστήνεται να συνδυάζεται με άλλες πρωτεϊνούχες τροφές, όπως γιαούρτι ή ψωμί ολικής άλεσης.
Οι διατροφολόγοι υπενθυμίζουν ότι οι ανάγκες κάθε ανθρώπου σε πρωτεΐνη διαφέρουν, όμως γενικά η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη υπολογίζεται περίπου στα 0,8 γραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους.
Τονίζουν επίσης ότι οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους μέσα από μια ισορροπημένη διατροφή, χωρίς απαραίτητα να καταφεύγουν σε συμπληρώματα ή εξειδικευμένα προϊόντα υψηλής πρωτεΐνης.