
Η ιδέα ότι το ξύπνημα στις 5 το πρωί οδηγεί αυτομάτως σε μεγαλύτερη επιτυχία και παραγωγικότητα αμφισβητείται από την επιστήμη.
Όπως εξηγούν ειδικοί, το αν κάποιος αποδίδει καλύτερα νωρίς ή αργά μέσα στη μέρα σχετίζεται με τον λεγόμενο χρονότυπο, δηλαδή τον φυσικό βιολογικό ρυθμό του κάθε ατόμου.
Ορισμένοι άνθρωποι είναι από τη φύση τους πιο «πρωινοί», ενώ άλλοι λειτουργούν καλύτερα τις απογευματινές ή βραδινές ώρες.
Οι χρονότυποι επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τη γενετική και δεν αλλάζουν εύκολα με απλές αλλαγές ρουτίνας.
Μελέτες δείχνουν ότι η αναγκαστική προσαρμογή σε πολύ πρωινά ωράρια μπορεί να οδηγήσει σε έλλειψη ύπνου, μειωμένη συγκέντρωση και αυξημένο στρες, ιδιαίτερα σε όσους δεν είναι φυσικά πρωινοί τύποι.
«Για πολλούς ανθρώπους, μια ρουτίνα στις 5 το πρωί συγκρούεται με τη βιολογία τους και μπορεί να υπονομεύσει τόσο την υγεία όσο και την παραγωγικότητα.
Πολλά εξαρτώνται από τον ατομικό βιολογικό ρυθμό και τον χρονότυπο» εξηγεί με άρθρο στο «The Conversation» ο Christoph Randler, Καθηγητής, Τμήμα Βιολογίας, Πανεπιστήμιο του Tübingen.
«Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι ακραία «πρωινοί τύποι» ή «νυχτοπούλια», αλλά βρίσκονται κάπου ενδιάμεσα» σημειώνει ο καθηγητής.
Έτσι, η απόδοση βελτιώνεται κυρίως όταν το καθημερινό πρόγραμμα ευθυγραμμίζεται με τον βιολογικό ρυθμό του καθενός, αντί να επιβάλλεται ένα ενιαίο πρότυπο για όλους.