Σε αυστηρότερο ηλεκτρονικό έλεγχο της διαδρομής που ακολουθούν το γάλα και το κρέας, από την παραγωγή μέχρι τη μεταποίηση και την τελική διάθεση, προσανατολίζεται η ΑΑΔΕ, με βασικό στόχο να περιοριστούν οι ελληνοποιήσεις και η παραπλανητική παρουσίαση εισαγόμενων πρώτων υλών ως ελληνικών.

Ο σχεδιασμός προβλέπει τη δημιουργία μιας συνεχούς ψηφιακής αλυσίδας καταγραφής, η οποία θα επιτρέπει στις αρμόδιες υπηρεσίες να παρακολουθούν τις ποσότητες των πρώτων υλών και να τις αντιστοιχίζουν με τα τελικά προϊόντα που φτάνουν στην αγορά.

Η συζήτηση για το νέο σύστημα έχει ήδη ανοίξει, με αρχικό επίκεντρο τα ευπαθή προϊόντα και ειδικότερα την τιμολόγηση και την παρακολούθηση της σκόνης γάλακτος.

Όπως ανέφερε ο πρώην αναπληρωτής πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας και μέλος του Δ.Σ. της ΕΘΕΑΣ, Χρήστος Τσοπάνος, το ζήτημα τέθηκε σε πρόσφατη συνάντηση με την ΑΑΔΕ.

«Στόχος της διαδικασίας είναι να πιάσει τους παραγωγούς από παντού, να μην αφήσει να περνάει τίποτα και από την άλλη πλευρά να πατάξει τις ελληνοποιήσεις», σημείωσε.

Κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό αναμένεται να έχουν το ηλεκτρονικό δελτίο αποστολής και το σύστημα «Άρτεμις 2». Σύμφωνα με τον κ. Τσοπάνο, το συγκεκριμένο σύστημα «δεν έχει ακόμη τεθεί σε πλήρη εφαρμογή».

Η επιδίωξη είναι κάθε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας να αφήνει ηλεκτρονικό αποτύπωμα, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί εάν οι ποσότητες της ελληνικής πρώτης ύλης που δηλώνονται από μια μεταποιητική μονάδα αντιστοιχούν στα προϊόντα που τελικά παράγει και διαθέτει.

Αντίστοιχο σύστημα και για το κρέας

Η ίδια φιλοσοφία ελέγχου εξετάζεται και για την αγορά κρέατος, με την ενίσχυση της ιχνηλασιμότητας να αποτελεί βασικό ζητούμενο.

Ο κ. Τσοπάνος ανέφερε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, περίπου το 85% του κρέατος που καταναλώνεται στην Ελλάδα είναι εισαγόμενο. Ως εκ τούτου, ιδιαίτερη σημασία έχει ο έλεγχος της προέλευσης των προϊόντων που φτάνουν στα σημεία λιανικής και διατίθενται ως ελληνικά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η ΑΑΔΕ έχει θέσει περιθώριο 40 ημερών για την οριστικοποίηση της φόρμας στην οποία θα δηλώνονται τα απαιτούμενα στοιχεία, με στόχο να είναι έτοιμη έως τα Χριστούγεννα.

Την ίδια στιγμή, οι αλλαγές στην ιχνηλασιμότητα έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η εγχώρια παραγωγή πρόβειου γάλακτος παρουσιάζει πτώση, ενώ η ζήτηση εξακολουθεί να κινείται σε υψηλά επίπεδα.

Κατά το επτάμηνο του τρέχοντος έτους, η παραγωγή πρόβειου γάλακτος ανήλθε, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο κ. Τσοπάνος, στους 540.000 τόνους, έναντι 580.000 τόνων την αντίστοιχη περσινή περίοδο.

Η μειωμένη προσφορά έχει ήδη επηρεάσει και την τιμή που λαμβάνουν οι παραγωγοί. Σύμφωνα με τον ίδιο, η τιμή του πρόβειου γάλακτος έχει πλέον διαμορφωθεί περίπου στα 1,90 ευρώ το κιλό.

Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα και το κόστος παραγωγής της φέτας, καθώς το γάλα αποτελεί βασικό παράγοντα στη διαμόρφωση της τελικής τιμής.

Εφόσον η τιμή παραγωγού παραμείνει στα σημερινά επίπεδα, οι εκτιμήσεις που μεταφέρθηκαν θέλουν την τιμή της φέτας να μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 15-16 ευρώ το κιλό στη χονδρική, από περίπου 12-13 ευρώ σήμερα.

Οι αυξημένες τιμές έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν τη συμπεριφορά των καταναλωτών, με μέρος της ζήτησης να στρέφεται σε οικονομικότερα λευκά τυριά.

Η ενίσχυση της παραγωγής πρόβειου γάλακτος δεν μπορεί, πάντως, να επιτευχθεί άμεσα. Η ανασύσταση των κοπαδιών απαιτεί χρόνο, είτε μέσω της διατήρησης περισσότερων αρνιών είτε μέσω εισαγωγής ζώων.

Παράλληλα, όπως σημείωσε ο κ. Τσοπάνος, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι φυλές και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς το γάλα προορίζεται για την παραγωγή φέτας.

Σημαντικός παράγοντας παραμένει και η αντιμετώπιση των ζωονόσων. Ο ίδιος υποστήριξε ότι ο εμβολιασμός θα μπορούσε να δημιουργήσει ζήτημα σε σχέση με το καθεστώς της φέτας, γεγονός που, όπως τόνισε, καθιστά ακόμη πιο σημαντική την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων πρόληψης, επιτήρησης και ελέγχου.

Κοιτάζοντας την επόμενη ημέρα του κλάδου, ο κ. Τσοπάνος εκτίμησε ότι μετά το 2029 αναμένεται να υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στη βιομηχανία τροφίμων.

Όπως ανέφερε, μέχρι τότε εκτιμάται ότι θα έχουν ολοκληρωθεί οι περισσότερες επενδύσεις που βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη, ανοίγοντας τον δρόμο για μια νέα περίοδο ανακατατάξεων στον κλάδο.