
Οι συνεχείς αυξήσεις στις τιμές των ενοικίων έχουν μετατρέψει την ανανέωση ενός μισθωτηρίου σε μια δύσκολη διαδικασία για χιλιάδες ενοικιαστές, οι οποίοι καλούνται συχνά να αντιμετωπίσουν απαιτήσεις για υψηλότερα μισθώματα.
Παρά το γεγονός ότι η αγορά κατοικίας παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, οι πιέσεις στις τιμές παραμένουν έντονες, καθώς η ζήτηση εξακολουθεί να ξεπερνά την προσφορά, ειδικά σε περιοχές όπου υπάρχουν ακόμη πιο προσιτές επιλογές.
Το μεγάλο ερώτημα για πολλούς ενοικιαστές είναι αν ο ιδιοκτήτης μπορεί να επιβάλει μονομερώς μια αύξηση στο ενοίκιο.
Η απάντηση εξαρτάται από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η μίσθωση, αλλά και από τους όρους που έχουν συμφωνηθεί στο μισθωτήριο.
Η υποχρεωτική τριετία προστατεύει τον ενοικιαστή
Σύμφωνα με τη νομοθεσία, οι μισθώσεις κύριας κατοικίας έχουν ελάχιστη διάρκεια τριών ετών, ακόμη και αν στο αρχικό συμβόλαιο έχει αναγραφεί μικρότερο χρονικό διάστημα.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να αυξήσει το ενοίκιο κατά το δοκούν, εκτός εάν υπάρχει συγκεκριμένος όρος στο μισθωτήριο που προβλέπει αναπροσαρμογή.
Μετά την ολοκλήρωση της τριετίας, δεν υπάρχει θεσμοθετημένο ανώτατο όριο για το ποσοστό αύξησης. Ωστόσο, και πάλι απαιτείται συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών. Ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί απλώς να ανακοινώσει ένα νέο ποσό και να υποχρεώσει τον ενοικιαστή να το αποδεχθεί.
Πότε θεωρείται παράνομη η αύξηση
Μια αύξηση μπορεί να αμφισβητηθεί όταν:
- επιβάλλεται μονομερώς χωρίς συμφωνία του ενοικιαστή,
- ζητείται πριν ολοκληρωθεί η υποχρεωτική τριετία χωρίς σχετική πρόβλεψη στο συμβόλαιο,
- δεν υπάρχει ενεργή ρήτρα αναπροσαρμογής στο μισθωτήριο.
Σε αυτές τις περιπτώσεις ο ενοικιαστής έχει δικαίωμα να μην αποδεχθεί το νέο μίσθωμα.
Ο ρόλος της ρήτρας αναπροσαρμογής
Καθοριστική σημασία έχει ο όρος αναπροσαρμογής που μπορεί να περιλαμβάνεται στο μισθωτήριο. Πρόκειται για τη συμφωνία που καθορίζει από την αρχή εάν, πότε και με ποιον τρόπο μπορεί να αλλάξει το ενοίκιο.
Οι συνηθέστερες προβλέψεις αφορούν ετήσιες αυξήσεις με συγκεκριμένο ποσοστό, όπως 2% ή 3%, ή σύνδεση με τον πληθωρισμό και τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
Για παράδειγμα, σε ένα μίσθωμα 700 ευρώ, μια ετήσια αύξηση 3% οδηγεί σε νέο ενοίκιο 721 ευρώ, εφόσον αυτό προβλέπεται από το συμβόλαιο.
Η πίεση της αγοράς μεταφέρεται σε όλη τη χώρα
Οι αυξήσεις δεν περιορίζονται πλέον μόνο στις ακριβές περιοχές της Αθήνας. Καθώς τα νοικοκυριά αναζητούν φθηνότερες λύσεις, η ζήτηση μετακινείται προς περιοχές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν πιο οικονομικές, προκαλώντας νέα άνοδο των τιμών.
Στις δυτικές συνοικίες της Αττικής, στον Πειραιά αλλά και σε αρκετές περιοχές της περιφέρειας, οι ζητούμενες τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται, καθώς οι διαθέσιμες κατοικίες μειώνονται.
Τι μπορούν να κάνουν οι ενοικιαστές
Οι ειδικοί συμβουλεύουν τους ενοικιαστές να ελέγχουν προσεκτικά το μισθωτήριο πριν αποδεχθούν οποιαδήποτε αλλαγή.
Μπορούν να ζητήσουν αναλυτική ενημέρωση για την αύξηση, να συγκρίνουν τις τιμές αντίστοιχων ακινήτων στην περιοχή και να διαπραγματευτούν μια πιο ήπια ή σταδιακή προσαρμογή.
Από την άλλη πλευρά, αρκετοί ιδιοκτήτες γνωρίζουν ότι ένας συνεπής ενοικιαστής αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα και συχνά προτιμούν μια λογική συμφωνία αντί για μια υπερβολική αύξηση που μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια εισοδήματος και αναζήτηση νέου μισθωτή.
Σε μια αγορά όπου η στεγαστική πίεση συνεχίζεται, η γνώση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων και των δύο πλευρών αποτελεί το βασικό «κλειδί» για μια δίκαιη συμφωνία.