Μια νέα επιστημονική μελέτη από ερευνητές της Πολωνίας και της Τσεχίας επιχειρεί να εξηγήσει γιατί ο κανιβαλισμός σχεδόν εξαφανίστηκε από τις ανθρώπινες κοινωνίες, υποστηρίζοντας ότι ο βασικός λόγος δεν ήταν μόνο ηθικός ή πολιτισμικός, αλλά κυρίως βιολογικός και υγειονομικός.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η κατανάλωση ανθρώπινης σάρκας, αν και σε περιόδους έλλειψης τροφής θα μπορούσε θεωρητικά να προσφέρει θερμίδες, μακροπρόθεσμα εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για την υγεία και την επιβίωση ολόκληρων πληθυσμών.

Η έρευνα, που βασίστηκε σε μαθηματικά μοντέλα, εξέτασε τόσο τη διατροφική αξία του ανθρώπινου σώματος όσο και τον κίνδυνο μετάδοσης παθογόνων οργανισμών. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η εγγύτητα της βιολογίας μεταξύ ανθρώπων διευκολύνει τη μετάδοση ασθενειών, καθιστώντας τον κανιβαλισμό ιδιαίτερα επικίνδυνο.

Όπως εξηγούν, η απειλή γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν η πρακτική επεκτείνεται μέσα στην ίδια κοινότητα, καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος εξάπλωσης σοβαρών λοιμώξεων. Παράλληλα, ορισμένες παθογόνες πρωτεΐνες, όπως τα πρίον, δεν καταστρέφονται με το μαγείρεμα και μπορούν να προκαλέσουν θανατηφόρες νευρολογικές ασθένειες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ασθένεια κούρου, που εμφανίστηκε στη φυλή Φόρε της Παπούας Νέας Γουινέας, όπου η κατανάλωση νεκρών συγγενών στο πλαίσιο ταφικών εθίμων οδήγησε στην εξάπλωση της νόσου στον πληθυσμό.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τέτοιοι κίνδυνοι συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση κοινωνικών ταμπού γύρω από τον κανιβαλισμό, οδηγώντας σταδιακά στην εγκατάλειψή του από τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Κατά τους ίδιους, τα ταμπού αυτά λειτούργησαν εξελικτικά ως μηχανισμοί προστασίας, καθώς οι κοινότητες που δεν περιόρισαν τέτοιες πρακτικές ήταν πιο ευάλωτες σε επιδημίες και, τελικά, λιγότερο βιώσιμες.