Το μαύρισμα της μπανάνας μετά το ξεφλούδισμα και το κόψιμο μπορεί στο μέλλον να περιοριστεί σημαντικά, χάρη σε μια νέα ποικιλία που έχει αναπτυχθεί με τη χρήση γονιδιακής επεξεργασίας.

Η νέα μπανάνα δημιουργήθηκε από τη βρετανική εταιρεία αγροτικής βιοτεχνολογίας Tropic, με έδρα το Νόριτς. Όπως υποστηρίζει η εταιρεία, διατηρεί τη γεύση και την υφή της συμβατικής μπανάνας, ενώ η σάρκα της παραμένει κίτρινη και εμφανίσιμη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μετά την κοπή.

Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Tropic, Gilad Gershon, το φρούτο μπορεί να καθυστερεί το μαύρισμα για μία έως δύο ημέρες επιπλέον, ενώ η διάρκεια αυτή ενδέχεται να αυξάνεται όταν οι μπανάνες διατηρούνται στο ψυγείο. Η ιδιότητα αυτή θα μπορούσε να διευκολύνει τη χρήση τους σε έτοιμες φρουτοσαλάτες, πρωινά και άλλα συσκευασμένα προϊόντα.

Το βρετανικό υπουργείο Περιβάλλοντος, Τροφίμων και Αγροτικών Υποθέσεων έχει ήδη εγκρίνει τη σχετική γνωστοποίηση εμπορίας, εντάσσοντας τις μπανάνες στην κατηγορία των προϊόντων «precision breeding», δηλαδή της ακριβούς γενετικής βελτίωσης.

Πριν φτάσουν στα ράφια των καταστημάτων, απαιτείται ακόμη η ολοκλήρωση του ελέγχου ασφάλειας από την Υπηρεσία Προτύπων Τροφίμων της Βρετανίας. Η καθηγήτρια Cathie Martin του John Innes Centre ανέφερε ότι δεν είναι ακόμη γνωστό πόσο θα διαρκέσει η συγκεκριμένη διαδικασία.

Πώς σταματά το μαύρισμα

Για την ανάπτυξη της ποικιλίας χρησιμοποιήθηκε η τεχνολογία Crispr-Cas9, με την οποία τροποποιήθηκαν συγκεκριμένα αντίγραφα ενός γονιδίου που συνδέεται με την παραγωγή της πολυφαινολοξειδάσης. Πρόκειται για ένζυμο που συμβάλλει στο χαρακτηριστικό καφέ χρώμα που εμφανίζεται στη σάρκα της μπανάνας όταν αυτή εκτίθεται στον αέρα.

Η Tropic εκτιμά ότι η συγκεκριμένη τεχνολογία θα μπορούσε να περιορίσει τη σπατάλη τροφίμων κατά περισσότερο από 25% σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού, μειώνοντας παράλληλα τις σχετικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

Η γονιδιακή επεξεργασία εφαρμόζεται ήδη σε ερευνητικά προγράμματα για την ανάπτυξη νέων ποικιλιών φρούτων και λαχανικών, με στόχους όπως η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις ασθένειες, η βελτίωση της γεύσης και η ενίσχυση της διατροφικής τους αξίας.