K.Μητσοτάκης: «Εμείς δημιουργούμε πλούτο στην κοινωνία»! Ναι, το είπε έτσι ακριβώς!

Με διαδικασίες εξπρές θα επιλεγούν τα άρθρα του Συντάγματος που θα τεθούν σε αναθεώρηση

Ο πρόεδρος της Βουλής, Νικήτας Κακλαμάνης, έχει ζητήσει να ολοκληρωθεί η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης – στο σκέλος που αφορά την παρούσα Βουλή – μέχρι το τέλος Ιουλίου. Το αίτημα δεν έχει διατυπωθεί ακόμα επίσημα, αλλά σύμφωνα με πληροφορίες, προς τα εκεί κατευθύνεται η διαδικασία. Η πρόταση κρίνεται λογική και ρεαλιστική. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η σημερινή Βουλή δεν καλείται να διαμορφώσει το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων, αλλά μόνο να επιλέξει ποια άρθρα θα τεθούν σε αναθεώρηση. Το πραγματικό «ψήσιμο» του κειμένου θα γίνει από την επόμενη Βουλή, η οποία θα χρειαστεί αυξημένες πλειοψηφίες. Με το ΠΑΣΟΚ και τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης να δηλώνουν ξεκάθαρα ότι δεν επιθυμούν να εμπλακούν ουσιαστικά στη συζήτηση δεν υπάρχει κανένας λόγος για χρονοτριβή. Μια μακρά, επίπονη και άσκοπη συζήτηση στην παρούσα Βουλή θα ήταν απλώς απώλεια χρόνου.Με αυτό το σκεπτικό, ο Κακλαμάνης φέρεται να πιέζει για γρήγορη ολοκλήρωση της πρώτης φάσης, ώστε να κλείσει το θέμα πριν από το καλοκαίρι και να μην κουράσει περαιτέρω μια Βουλή που ήδη γνωρίζει ότι η τελική λέξη θα ειπωθεί μετά τις επόμενες εκλογές. Η κίνηση αυτή δείχνει μια πιο ρεαλιστική και πρακτική προσέγγιση στη διαδικασία: αναγνώριση της έλλειψης πολιτικής συναίνεσης στην παρούσα Βουλή και αποφυγή μιας θεατρικής παράστασης που δεν οδηγεί πουθενά. Αν επιβεβαιωθεί, η Επιτροπή Αναθεώρησης θα έχει σύντομη θητεία, θα καταλήξει γρήγορα στα άρθρα που προτείνει η ΝΔ και η υπόθεση θα περάσει στην επόμενη Βουλή για το ουσιαστικό της μέρος.  

Το μεγάλο φιάσκο της κυβέρνησης με τις πολεοδομίες

Την ώρα που η κυβέρνηση παρουσίαζε τη μεταφορά των Πολεοδομιών από τους Δήμους στην Κεντρική Διοίκηση (και συγκεκριμένα στο Υπουργείο Περιβάλλοντος /Κτηματολόγιο) ως τη μεγάλη «τομή» που θα ξεριζώσει τη διαφθορά, αποκαλύφθηκε ένα οργανωμένο κύκλωμα ακριβώς στον χώρο που υποτίθεται θα «καθαριζόταν». Η υπόθεση συμπαρέσυρε ακόμα και τον Γενικό Γραμματέα Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος του ΥΠΕΝ, Θύμιο Μπακογιάννη, ο οποίος υπέβαλε την παραίτησή του (δεκτή από τον υπουργό Σταύρο Παπασταύρου). Αν και ο ίδιος επικαλέστηκε «προσωπικούς λόγους», είναι κοινό μυστικό ότι η παραίτηση συνδέεται άμεσα με την εμπλοκή του κουνιάδου του στο πλαίσιο του κυκλώματος που εξαρθρώθηκε από τους Αδιάφθορους της ΕΛ.ΑΣ. Το κύκλωμα λειτουργούσε με κλασικό τρόπο: χρηματισμοί, «διευκολύνσεις» σε οικοδομικές άδειες, μειώσεις προστίμων και παράτυπες εξυπηρετήσεις σε πολεοδομίες της Αττικής. Και όλα αυτά ενώ η κυβέρνηση διαφήμιζε τη συγκέντρωση των αρμοδιοτήτων ως τη σωτήρια λύση που θα έβαζε τέλος στις «εστίες διαφθοράς» στους Δήμους. Ο χειρισμός του Υπουργείου αποδεικνύεται μέγα επικοινωνιακό και πολιτικό λάθος. Ο υπουργός Σταύρος Παπασταύρου φαίνεται να μην είχε πάρει καν χαμπάρι τι συνέβαινε στο σπίτι του – ή τουλάχιστον έτσι παρουσιάζεται. Ο δε Θύμιος Μπακογιάννης, ανεξαρτήτως του βαθμού εμπλοκής των στενών του προσώπων (αυτό θα το κρίνει η Δικαιοσύνη), ήταν ήδη γνωστό «βαρίδι» για το Υπουργείο. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι απλό και σκληρό: Πώς είναι δυνατόν μια «μεγάλη μεταρρύθμιση κατά της διαφθοράς» να συνοδεύεται από την αποκάλυψη κυκλώματος ακριβώς στο επίπεδο όπου συγκεντρώνονται οι αρμοδιότητες; Πώς γίνεται η κυβέρνηση να πουλάει «κάθαρση» και λίγες μέρες μετά να παραιτείται ο Γενικός Γραμματέας του υπουργείου που θα αναλάμβανε τον έλεγχο; Η υπόθεση δεν είναι απλώς ένα ακόμα σκάνδαλο. Είναι η απόδειξη ότι η διαφθορά δεν έχει ούτε «δεξιά» ούτε «αριστερά» ούτε «τοπική» ούτε «κεντρική». Έχει μόνο ευκαιρίες. Και όταν συγκεντρώνεις εξουσία χωρίς πραγματικούς μηχανισμούς ελέγχου και διαφάνειας, οι ευκαιρίες απλώς μεγαλώνουν. Η μεταφορά των Πολεοδομιών παρουσιάστηκε ως πανάκεια. Αποδείχθηκε ότι ήταν ακόμα ένα επικοινωνιακό τρικ που έσκασε στα χέρια αυτών που το προωθούσαν.  

Πού αποσκοπεί η τοποθέτηση του Κ.Κυρανάκη ως Γραμματέα της ΝΔ: Η «πονηρή» σκέψη του Κ.Μητσοτάκη

Ο Κώστας Κυρανάκης αναλαμβάνει ένα από τα πιο δύσκολα και κρίσιμα έργα εντός της Νέας Δημοκρατίας ως Γραμματέας: Να στήσει ανάχωμα έναντι του Αντώνη Σαμαρά, προσελκύοντας πρώην βουλευτές, πολιτευτές και στελέχη από τη μασίφ δεξιά πτέρυγα του κόμματος. Τουλάχιστον έτσι θέλει να το φαντάζεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Το αν θα γίνει αυτό εννοείται πως είναι «άλλου παπά ευαγγέλιο». Ο πρώην πρωθυπουργός έχει προχωρήσει σε εντατικές βολιδοσκοπήσεις σε όλο το φάσμα της παραδοσιακής, σκληρής Δεξιάς. Σύμφωνα με πληροφορίες, έχει ήδη «βρει θησαυρό» – δηλαδή αρκετά πρόσωπα με αναγνωρισιμότητα και ερείσματα που μπορούν να στελεχώσουν τα ψηφοδέλτια του υπό δημιουργία νέου κόμματος, όποτε αυτό ανακοινωθεί επίσημα. Ο Κυρανάκης, ως ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της δεξιάς πτέρυγας της ΝΔ και με ρόλο-κλειδί στο κόμμα καλείται να κρατήσει ενωμένη την παράταξη και να πείσει αυτούς τους στενούς ψηφοφόρους και στελέχη ότι η παραμονή στη ΝΔ είναι η σωστή επιλογή. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι κατά πόσο αυτοί είναι διατεθειμένοι να τον ακούσουν. Ο Σαμαράς, έχει ξεκαθαρίσει ότι κινείται προς τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα, με στόχο να ενώσει τον κατακερματισμένο χώρο δεξιότερα της ΝΔ και να λειτουργήσει ως ρυθμιστής σε ενδεχόμενες μετεκλογικές ισορροπίες. Οι επαφές του με στελέχη που νιώθουν αποξενωμένα από την «κεντροδεξιά στροφή» Μητσοτάκη είναι συνεχείς και στοχευμένες. Το δίλημμα για τη ΝΔ είναι σαφές: αν δεν καταφέρει να συγκρατήσει αυτό το κομμάτι της βάσης και των στελεχών της, κινδυνεύει με απώλεια κρίσιμων ποσοστών σε μια περίοδο που η παράταξη ήδη αντιμετωπίζει πιέσεις από πολλαπλές πλευρές. Ο Κυρανάκης καλείται να παίξει τον ρόλο του «πυροσβέστη» – και του «μαγνήτη» ταυτόχρονα – σε ένα δύσκολο εσωκομματικό περιβάλλον. Οι σκληροί δεξιοί ψηφοφόροι δεν μετακινούνται εύκολα. Και ο Αντώνης Σαμαράς, με την πολιτική του διαδρομή και το κύρος του, παραμένει ισχυρός πόλος έλξης για όσους θεωρούν ότι η σημερινή ΝΔ έχει «μεταλλαχθεί».  

Έχετε καταλάβει τι συμβαίνει στον ΣΥΡΙΖΑ; – Το ζήτημα είναι τι θα γίνει με Δούρου, Παππά και Πολάκη

Δεν είναι υπερβολή. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει πια ως αυτόνομο πολιτικό κόμμα. Έχει μετατραπεί σε έναν προθάλαμο του Αλέξη Τσίπρα. Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής το Σάββατο ήταν η επίσημη επιβεβαίωση αυτής της πραγματικότητας. Χωρίς πραγματική καταμέτρηση, χωρίς διαφάνεια, με την κλασική μέθοδο «παλιά μου τέχνη κόσκινο», εγκρίθηκε η εισήγηση Φάμελλου που μετατρέπει τον ΣΥΡΙΖΑ σε οργανισμό αναμονής. Ένα κόμμα σε αναμονή, που περιμένει να αποφασίσει ο Τσίπρας ποιους θα «ξεπαγώσει» και ποιους θα καλέσει στην ΕΛΑΣ. Το πραγματικό ζήτημα: Οι «ανεπιθύμητοι» Πίσω από τις γενικόλογες ανακοινώσεις περί «συντροφικής προσέγγισης» κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: Ο Αλέξης Τσίπρας δεν θέλει σε καμία περίπτωση τους Νίκο Παππά, Παύλο Πολάκη και Ρένα Δούρου στο νέο του σχήμα. Ιδιαίτερα για τη Ρένα Δούρου, οι πληροφορίες είναι σαφείς: Ο Τσίπρας δεν θέλει ούτε να την βλέπει. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους δύο, που θεωρούνται «βαρίδια» από το επιτελείο της ΕΛΑΣ. Δεν είναι τυχαίο ότι ούτε τηλέφωνο δεν έχει πέσει. Αυτό που συνέβη το Σάββατο είναι ιστορικό: Ένα κόμμα που κυβέρνησε τη χώρα για σχεδόν πέντε χρόνια αποφάσισε ουσιαστικά να μπει σε αναστολή λειτουργίας μέχρι να αποφασίσει ο αρχηγός του άλλου κόμματος (της ΕΛΑΣ) ποιους από τους παλιούς συντρόφους του θα πάρει μαζί του. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να είναι κανονικό πολιτικό κόμμα. Έγινε μια δεξαμενή στελεχών σε αναμονή. Ένα μεταβατικό στάδιο. Και το πιο εντυπωσιακό; Όσοι τολμούν να το πουν αυτό δημοσίως κατηγορούνται για «διασπαστικές ενέργειες». Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα υπάρξει συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΕΛΑΣ. Το ερώτημα είναι ποιους θα πάρει μαζί του ο Τσίπρας και ποιους θα αφήσει πίσω.  

Η αδύναμη εικόνα Ανδρουλάκη ως υποψήφιου πρωθυπουργού προβληματίζει έντονα στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ

Ένα ζήτημα που απασχολεί ολοένα και περισσότερο στελέχη και ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ είναι η εικόνα του Νίκου Ανδρουλάκη ως υποψήφιου πρωθυπουργού. Και οι δημοσκοπήσεις το επιβεβαιώνουν με τρόπο αρκετά σαφή. Στις περισσότερες μετρήσεις, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται σημαντικά πιο κάτω από τον Αλέξη Τσίπρα στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις κινείται στα ίδια – ή και χαμηλότερα – ποσοστά με τη Μαρία Καρυστιανού. Ειδικά στην τελευταία δημοσκόπηση της Marc, μόνο ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ τον θεωρεί καταλληλότερο για τη θέση του πρωθυπουργού. Δεν είναι μόνο ο Δούκας Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον Χάρη Δούκα, όπως πολλοί βιάστηκαν να πουν. Σύμφωνα με πληροφορίες, αρκετά στελέχη του κόμματος – και όχι μόνο από την πλευρά του Δημάρχου Αθηναίων – έχουν επισημάνει εσωτερικά αυτή την αδυναμία. Το παρατηρούν, το συζητούν και αναρωτιούνται πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί, είτε άμεσα είτε μεσοπρόθεσμα. Δημόσια, η μόνη που το έχει θέσει ανοιχτά μέχρι στιγμής είναι η Άννα Διαμαντοπούλου, σε τηλεοπτική της εμφάνιση. Οι υπόλοιποι προτιμούν να το συζητούν «εντός των τειχών», αλλά η συζήτηση έχει ξεκινήσει. Το κεντρικό πρόβλημα Το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει ένα κλασικό πρόβλημα αρχηγικής εικόνας: Ο Νίκος Ανδρουλάκης μπορεί να είναι αποδεκτός ως πρόεδρος κόμματος, αλλά η εικόνα του ως δυναμικού, πειστικού και νικηφόρου υποψήφιου πρωθυπουργού δεν έχει παγιωθεί στο ευρύτερο εκλογικό σώμα. Αυτό γίνεται ακόμα πιο εμφανές όταν συγκρίνεται με τον Τσίπρα, ο οποίος, παρότι πολωτικός, διατηρεί ισχυρή αναγνωρισιμότητα και «πρωθυπουργική» εικόνα σε μεγάλο μέρος του προοδευτικού χώρου. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά Αυτή η αδυναμία περιορίζει σημαντικά τις στρατηγικές επιλογές του ΠΑΣΟΚ. Δυσκολεύει: Την αυτόνομη διεκδίκηση της πρωτιάς Την αποτελεσματική διαπραγμάτευση σε περίπτωση μετεκλογικών συνεργασιών Την προσέλκυση ψηφοφόρων από άλλους χώρους Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Αν δεν αντιμετωπίσει το ζήτημα της ηγετικής του εικόνας, κινδυνεύει να παραμείνει «κόμμα διαμαρτυρίας» ή «κόμμα συμπλήρωμα», αντί να διεκδικήσει ρόλο πρωταγωνιστή στο προοδευτικό κέντρο. Το ερώτημα που πλέον τίθεται εσωτερικά, έστω και ψιθυριστά, είναι σαφές: Μπορεί ο Νίκος Ανδρουλάκης να ανατρέψει αυτή την εικόνα μέχρι τις εκλογές, ή το κόμμα πρέπει να σκεφτεί διαφορετικά σενάρια για το μέλλον;

Στο ΠΑΣΟΚ φοβούνται πως αν δεν… εξελιχθούν έρχεται το «τέλος» τους

Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε μια κατάσταση βαθιάς εσωτερικής αμηχανίας. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, που το δείχνουν να παλεύει για την τρίτη θέση με την «Ελπίδα» της Μαρίας Καρυστιανού και πίσω από την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα έντονου προβληματισμού στη Χαριλάου Τρικούπη. Και αντί να ανοίξει μια ειλικρινής συζήτηση για στρατηγική, ο Νίκος Ανδρουλάκης φαίνεται να κλείνει πόρτες με τρόπο που προκαλεί περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Οι ασαφείς «κόκκινες γραμμές» Όταν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δηλώνει ότι «δεν μπορούν να προκύψουν κυβερνήσεις μειοψηφίας» επειδή δεν το επιτρέπει ο εκλογικός νόμος, προκαλεί εύλογη απορία. Κανείς δεν μίλησε για κυβέρνηση μειοψηφίας. Η συζήτηση που γίνεται αφορά κοινή εκλογική κάθοδο ή μετεκλογική συνεργασία με στόχο την πρωτιά, ώστε να διεκδικηθεί το μπόνους των 50 εδρών.Αντί να ανοίξει διάλογο για το πώς μπορεί το ΠΑΣΟΚ να μεγιστοποιήσει την επιρροή του, ο Ανδρουλάκης φαίνεται να προτάσσει κόκκινες γραμμές που κανείς δεν κατάλαβε πλήρως τι ακριβώς σημαίνουν. Το «σχέδιο ρευστοποίησης» προς Τσίπρα Ακόμα πιο προβληματική είναι η αναφορά του σε «σχέδια ρευστοποίησης του ΠΑΣΟΚ στην ΕΛΑΣ». Τι ακριβώς εννοεί; Ότι οποιαδήποτε συνεργασία με τον Τσίπρα θα οδηγήσει αυτόματα σε απορρόφηση του ΠΑΣΟΚ; Από πότε μια εκλογική ή μετεκλογική συνεργασία δύο κομμάτων ισοδυναμεί με διάλυση του ενός; Αυτή η ρητορική δείχνει περισσότερο φόβο παρά στρατηγική. Φόβο ότι το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να σταθεί αυτόνομα απέναντι στον Τσίπρα και ότι οποιαδήποτε προσέγγιση θα είναι σε θέση αδυναμίας. Το δίλημμα του Ανδρουλάκη Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έχει δύο δρόμους μπροστά του: Να προχωρήσει αυτόνομα, με την ελπίδα ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αναδειχθεί πρώτο κόμμα ή τουλάχιστον ισχυρός τρίτος πόλος. Μια επιλογή δύσκολη, αλλά πολιτικά καθαρή. Να ανοίξει διάλογο για συνεργασίες (προεκλογικές ή μετεκλογικές), διεκδικώντας ρόλο ρυθμιστή και μεγαλύτερη επιρροή. Αυτή τη στιγμή φαίνεται να μην κάνει καθαρά ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και αυτό είναι που δημιουργεί το αίσθημα αδιεξόδου στο εσωτερικό του κόμματος. Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι πια το μεγάλο κόμμα του 40%. Είναι ένα μεσαίο κόμμα που πρέπει να παίξει έξυπνα σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο. Ο φόβος του Τσίπρα και η άρνηση οποιουδήποτε διαλόγου δεν φαίνεται να αποτελούν την πιο παραγωγική στρατηγική.