Η μεταφρασμένη ανακοίνωση της EFJ

Καταπέλτης ήταν η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων (EFJ) κατά της προέδρου της Κομισιόν, Ursula von der Leyen, για την πρωτοφανή ενέργειά της να υπαγορεύσει σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να απαγορεύσουν την πρόσβαση στα ρωσικά μέσα ενημέρωσης RT και Sputnik σε όλες τις πλατφόρμες μετάδοσης.

Ουσιαστικά με την ανακοίνωσή της, την οποία παραθέτουμε μεταφρασμένη στο τέλος, λέει στην πρόεδρο της Κομισιόν ότι έκανε κάτι το οποίο αφενός μεν δεν είναι στις αρμοδιότητες της και ούτε καν της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφετέρου αποτελεί λογοκρισία, η οποία ακόμη και αν υπάρχει παραπληροφόρηση, δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει με λογοκρισία.

Η ανακοίνωση της EFJ δημιουργεί τεράστιο πολιτικό αλλά και ποινικό θέμα τόσο προσωπικά για αξιωματούχους στην Κομισιόν όσο και για όποιους στην Ελλάδα προχωρήσουν σε εφαρμογή αυτής της παράνομης υπαγόρευσης, η οποία είναι καθαρή λογοκρισία άρα και αντιδεοντολογική ενέργεια και αφετέρου παρεμποδίζει τους πολίτες στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση από τον έλεγχο της κυβέρνησης, σε σχέση με τη στάση και τις ενέργειες απέναντι στο ναζιστικό καθεστώς της Ουκρανίας και την αξιολόγηση αφενός μεν των ρωσικών κυβερνητικών ενεργειών και αφετέρου την αξιολόγηση από Ρώσους και μη Ρώσους δημοσιογράφους στα ρωσικά Μέσα Ενημέρωσης που απαγορεύτηκαν. Να τονίσουμε ότι αν η ελληνική κυβέρνηση είχε απαγορεύσει τα τουρκικά Μέσα Ενημέρωσης με ανάλογο τρόπο, οι Έλληνες πολίτες δεν θα μαθαίναμε πολλά πράγματα σχετικά με ουσιαστικά προδοτικές ενέργειες Ελλήνων αξιωματούχων τις οποίες όμως αποκάλυψαν τα τουρκικά Μέσα Ενημέρωσης.

Η μεταφρασμένη ανακοίνωση της EFJ

Η καταπολέμηση της παραπληροφόρησης με λογοκρισία είναι λάθος

Fighting disinformation with censorship is a mistake

Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen ανακοίνωσε, την Κυριακή [27/2], ότι το RT που υποστηρίζεται από το Κρεμλίνο, παλαιότερα γνωστό ως Russia Today, και το Sputnik, θα απαγορευθούν στην ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων (EFJ) φοβάται τις επιπτώσεις αυτού του σπιράλ λογοκρισίας στην ελευθερία της έκφρασης στην Ευρώπη.

«Θα απαγορεύσουμε την μηχανή Media του Κρεμλίνου στην ΕΕ. Τα κρατικά Russia Today και Sputnik, και οι θυγατρικές τους, δεν θα μπορούν πλέον να διαδίδουν τα ψέματά τους για να δικαιολογήσουν τον πόλεμο του Πούτιν», δήλωσε η Ursula von der Leyen. «Αναπτύσσουμε εργαλεία για να απαγορεύσουμε την τοξική και επιβλαβή παραπληροφόρησή τους στην Ευρώπη», πρόσθεσε, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.

Αφού τα κράτη μέλη της ΕΕ έδωσαν το πράσινο φως στην πρόταση της Επιτροπής την Τρίτη, η κύρωση θα δημοσιευθεί σήμερα [1/3] στην Επίσημη Εφημερίδα, δίνοντας ουσιαστικά την εξουσία στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές των μέσων ενημέρωσης να μπλοκάρουν το RT και το Sputnik. Η κύρωση θα ισχύει για μετάδοση και διανομή μέσω δορυφόρου, καλωδιακής, διαδικτυακών πλατφορμών κοινής χρήσης βίντεο και νέων και ήδη εγκατεστημένων εφαρμογών

Η αντιπρόεδρος της Επιτροπής για τις αξίες και τη διαφάνεια Věra Jourová και ο Επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς Thierry Breton μίλησαν με τον πρόεδρο και τα μέλη της Ομάδας Ευρωπαϊκών Ρυθμιστών για τις Υπηρεσίες Οπτικοακουστικών Μέσων (ERGA) για να συζητήσουν την εφαρμογή [της απόφασης της von der Leyen]. Κάλεσαν τους φορείς παρακολούθησης των μέσων ενημέρωσης να διασφαλίσουν ότι οι κυρώσεις θα εφαρμοστούν «άμεσα» και η ERGA συμφώνησε. Η κύρωση θα ισχύει για μετάδοση και διανομή μέσω δορυφόρου, καλωδιακής, διαδικτυακών πλατφορμών κοινής χρήσης βίντεο και τόσο νέων όσο και ήδη εγκατεστημένων εφαρμογών

Ο Γενικός Γραμματέας της EFJ Ricardo Gutiérrez εξέφρασε την έκπληξή του για την ανακοίνωση: «Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να θυμόμαστε ότι η ρύθμιση των μέσων ενημέρωσης δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κυρία von Der Leyen ανακοίνωσε ένα μέτρο που δεν μπορεί να λάβει. Η ΕΕ δεν έχει δικαίωμα να χορηγεί ή να ανακαλεί άδειες μετάδοσης. Αυτό είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών».

«Δεύτερον, το ολοκληρωτικό κλείσιμο ενός μέσου ενημέρωσης δεν μου φαίνεται ο καλύτερος τρόπος για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης ή της προπαγάνδας», πρόσθεσε ο Gutiérrez. «Αυτή η πράξη λογοκρισίας μπορεί να έχει εντελώς αντιπαραγωγική επίδραση στους πολίτες που παρακολουθούν τα απαγορευμένα μέσα ενημέρωσης. Κατά τη γνώμη μας, είναι πάντα καλύτερο να αντιμετωπίζουμε την παραπληροφόρηση των προπαγανδιστικών ή δήθεν προπαγανδιστικών μέσων εκθέτοντας τα πραγματικά λάθη ή την κακή δημοσιογραφία τους, επιδεικνύοντας την έλλειψη οικονομικής ή λειτουργικής ανεξαρτησίας, τονίζοντας την πίστη τους στα κυβερνητικά συμφέροντα και την περιφρόνησή τους για το δημόσιο συμφέρον”.

Η EFJ υπενθυμίζει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία αναφέρει ότι η απαγόρευση ενός μέσου ενημέρωσης είναι μια σοβαρή πράξη, η οποία πρέπει να βασίζεται σε στέρεες νομικές βάσεις και αντικειμενικά στοιχεία, για την αποφυγή αυθαιρεσιών. «Η πρόκληση για τις δημοκρατίες είναι να καταπολεμήσουν την παραπληροφόρηση διατηρώντας παράλληλα την ελευθερία της έκφρασης», είπε ο Gutiérrez.

Σύμφωνα με την EFJ, θα πρέπει να ευνοηθούν άλλες στρατηγικές: αύξηση της υποστήριξης για την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, ενίσχυση της ανεξαρτησίας των συντακτών, ενίσχυση της κοινωνικής θέσης των δημοσιογράφων, προώθηση της επαγγελματικής δεοντολογίας μέσω ανεξάρτητων συμβουλίων τύπου, ενθάρρυνση του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης, προώθηση της επιμόρφωσης στα μέσα επικοινωνίας για όλους, αύξηση της διαφάνεια όσων βρίσκονται στην εξουσία (την οποία δεν προτείνουν ποτέ!)…

«Το πραγματικό αντίδοτο στην παραπληροφόρηση δεν είναι η απαγόρευση των μέσων ενημέρωσης, αλλά η προώθηση ενός ζωντανού, πλουραλιστικού, επαγγελματικού, ηθικού και βιώσιμου οικοσυστήματος μέσων ενημέρωσης, εντελώς ανεξάρτητου από αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία», είπε ο Gutiérrez.

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις: Ακολούθησε το pronews.gr στο Instagram για να «δεις» τον πραγματικό κόσμο!

«Ο κίνδυνος μιας πολιτικής λογοκρισίας είναι επίσης αυτός των πιθανών αντιποίνων, όπως είδαμε με την απαγόρευση της DW στη Ρωσία ως απάντηση στην απαγόρευση του RT στη Γερμανία. Το αποτέλεσμα αυτής της κλιμάκωσης ήταν η φτωχοποίηση του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης στη Ρωσία. Οι πολίτες έχασαν το δικαίωμα πρόσβασης σε πληροφορίες που μεταδίδει η DW. Αυτό είναι λυπηρό», κατέληξε.