
Οι δικαιούχοι του επιδόματος παιδιού (Α21) μειώθηκαν κατά 41,8% μέσα σε μία εξαετία, από το 2019 έως το 2025.
Η μείωση αντιστοιχεί σε περίπου 358.000 λιγότερες οικογένειες που λαμβάνουν πλέον τη στήριξη.
Η δραματική συρρίκνωση του αριθμού των δικαιούχων έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση λέει ότι εξετάζει αυξήσεις στο επίδομα για όσους εξακολουθούν να το εισπράττουν.
Η επιλογή να περιοριστεί δραστικά η βάση των δικαιούχων και στη συνέχεια να ανακοινωθούν βελτιώσεις για τους εναπομείναντες δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την ουσία της κοινωνικής πολιτικής.
Η μείωση των δικαιούχων δεν οφείλεται αποκλειστικά σε δημογραφικές αλλαγές. Σημαντικό ρόλο έχουν παίξει οι αυστηρότεροι εισοδηματικοί και περιουσιακοί όροι, οι αλλαγές στα κριτήρια ένταξης και η συνολική αναδιάρθρωση των προνοιακών παροχών τα τελευταία χρόνια.
Το αποτέλεσμα είναι χιλιάδες οικογένειες να έχουν βρεθεί εκτός συστήματος στήριξης, ενώ η ακρίβεια και το κόστος ανατροφής παιδιών παραμένουν υψηλά.
Η συζήτηση για αυξήσεις στους εναπομείναντες δικαιούχους παρουσιάζεται ως βελτίωση. Στην πράξη, όμως, αφορά ένα σημαντικά μικρότερο σύνολο οικογενειών σε σχέση με το 2019.
Η πολιτική αυτή επιτρέπει στην κυβέρνηση να μιλά για ενίσχυση της οικογένειας, την ώρα που εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά έχουν ήδη χάσει την πρόσβαση στο επίδομα.
Η μείωση κατά σχεδόν 42% μέσα σε έξι χρόνια και η ταυτόχρονη προβολή πιθανών αυξήσεων για όσους απομένουν αποτυπώνει μια στρατηγική περιορισμού της δαπάνης και επικοινωνιακής διαχείρισης.
Για τις οικογένειες που έμειναν εκτός, η πραγματικότητα παραμένει η απώλεια μιας σημαντικής οικονομικής στήριξης σε μια περίοδο υψηλού κόστους ζωής.