
Η υπόθεση της «κατά παραγγελία» δολοφονίας που συγκλόνισε την κοινή γνώμη τον χειμώνα του 1994 είναι τόσο απίστευτη, που δύσκολα πιστεύει κανείς ότι συνέβη στην πραγματικότητα.
Πρόκειται για την υπόθεση «Μονσελά-Βαγενά», με πρωταγωνιστές έναν ήσυχο και μοναχικό υπάλληλο σε πάρκινγκ και μια οδοντίατρο, ψυχολογικά επιβαρυμένη μετά από έναν αποτυχημένο γάμο. Δύο άνθρωποι που δεν ταίριαζαν καθόλου στο προφίλ όσων συνήθως εμπλέκονται σε εγκληματικές υποθέσεις.
Ο Ματθαίος Μονσελάς, 40 ετών τότε, διατηρούσε μια απλή, τυπική σχέση με τη Γιόλα Βαγενά, η οποία στάθμευε καθημερινά το αυτοκίνητό της στο πάρκινγκ όπου εργαζόταν. Οι συναντήσεις τους περιορίζονταν σε σύντομες, καθημερινές συνομιλίες. Η Βαγενά διατηρούσε δικό της οδοντιατρείο και ήταν παντρεμένη με γιατρό.
Όταν η Βαγενά άρχισε να δείχνει μεγαλύτερη οικειότητα προς τον εσωστρεφή Μονσελά, εκείνος δεν μπορούσε να διανοηθεί την τροπή που θα έπαιρναν τα γεγονότα.
Οι προθέσεις της 40χρονης οδοντιάτρου μπορεί να έμοιαζαν αθώες, όμως στην πραγματικότητα κάθε της κίνηση προς τον ήρεμο και διακριτικό άνδρα εντασσόταν σε ένα απλό, αλλά ιδιαίτερα πονηρό σχέδιο.
Οι συνομιλίες τους πλήθαιναν καθημερινά, με τη 40χρονη να γοητεύει σταδιακά τον Μονσελά. Σε κάποια φάση, του πρότεινε να επισκεφθεί το ιατρείο της για να του φροντίσει τα δόντια. Εκείνος αποδέχθηκε την πρόταση και, σιγά-σιγά, ανάμεσά τους άρχισε να διαμορφώνεται μια παράξενη σχέση.
Η Βαγενά άνοιξε την καρδιά της, περιγράφοντάς του τη δύσκολη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Του αποκάλυψε πως ο σύζυγός της διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση, κάτι που η ίδια γνώριζε αλλά αδυνατούσε να αντιμετωπίσει. Εκείνος την αγνοούσε, ενώ εκείνη συνέχιζε να τον αγαπά, συνειδητοποιώντας όμως πως τον είχε χάσει οριστικά. 
Έφτασε στο σημείο να του εκμυστηρευτεί ότι σκεφτόταν την αυτοκτονία, αλλά δεν είχε το θάρρος να την πραγματοποιήσει μόνη της. Έτσι, του έκανε μια σοκαριστική πρόταση: να της αφαιρέσει εκείνος τη ζωή.
Ο Μονσελάς αρνήθηκε, ωστόσο η επαφή τους συνεχίστηκε. Καθιέρωσαν μάλιστα ως συνήθεια, μετά τη δουλειά, να κάνουν διαδρομές με το αυτοκίνητό της σε πιο απομονωμένες περιοχές, όπως το Σούνιο, η Κόρινθος και η Ελευσίνα. Σε μία από αυτές τις εξορμήσεις, η Βαγενά του έδειξε ένα όπλο, λέγοντάς του πως ήταν έτοιμη να πεθάνει και ότι, όταν εκείνος ένιωθε έτοιμος, μπορούσε να προχωρήσει.
Παρά τις πιέσεις, ο Μονσελάς δεν επιθυμούσε να το κάνει. Απέρριψε μάλιστα την ιδέα οποιασδήποτε αμοιβής, τονίζοντας πως αν το έκανε, θα ήταν μόνο από οίκτο, ως μια πράξη που –όπως πίστευε– θα την απάλλασσε από τον πόνο της. Αν και αρχικά αντιστεκόταν, η Βαγενά ήταν βέβαιη πως τελικά θα τον έπειθε. Και πράγματι, ένα βράδυ εκείνος υπέκυψε.
Στις 11 Ιανουαρίου 1994, οι δυο τους βρέθηκαν σε μια απομονωμένη περιοχή στο Μαρκόπουλο. Η μεταγενέστερη κατάθεση του Μονσελά προκαλεί έντονα συναισθήματα:
«Βγήκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να απομακρύνεται. Κάποια στιγμή σταμάτησε, γύρισε προς το μέρος μου και είπε: “Εδώ είναι καλά, εντάξει”.
Μετά γύρισε την πλάτη της. Εγώ όπλισα το πιστόλι και, από απόσταση περίπου δύο μέτρων, πυροβόλησα τρεις φορές προς το μέρος της. Έπεσε κάτω και, καθώς έπεφτε, άκουσα ένα βογκητό». 
Η αστυνομία δεν άργησε να φτάσει στα ίχνη του Μονσελά, καθώς ο ίδιος δεν είχε φροντίσει ιδιαίτερα να καλύψει τα στοιχεία που τον συνέδεαν με την υπόθεση. Στην κατάθεσή του υποστήριξε:
«Ό,τι έκανα, το έκανα από λύπηση για τη Γιόλα. Πίστευα πως δεν θα πέθαινε και ότι μετά θα το μετάνιωνε, ώστε να μην με ξαναενοχλήσει. Θεωρούσα επίσης πως ο σύζυγός της, στον οποίο είχε πει ότι θα αυτοκτονούσε, θα την έπαιρνε στα σοβαρά και θα επανενώνονταν. Πιστεύω ότι τόσο ο Θεός όσο και η ίδια η Γιόλα με έχουν δικαιώσει».
Η δίκη που ακολούθησε εξελίχθηκε σε μια ιδιαίτερα αμήχανη διαδικασία, καθώς επρόκειτο για μια ασυνήθιστη υπόθεση «κατά παραγγελία» δολοφονίας, φέρνοντας δικαστές και ενόρκους σε δύσκολη θέση ως προς την κρίση τους. Από την πλευρά της, η εισαγγελέας υποστήριξε στις αγορεύσεις της ότι ο ουσιαστικός ηθικός αυτουργός ήταν ο σύζυγος του θύματος, τονίζοντας πως έφερε ευθύνη για την ψυχική της κατάσταση και πως επέδειξε αδιαφορία όταν εκείνη του εκμυστηρεύτηκε την πρόθεσή της να βάλει τέλος στη ζωή της.
Ο Μονσελάς καταδικάστηκε σε 12 χρόνια κάθειρξη, ωστόσο αποφυλακίστηκε το 1998 και επιχείρησε να επανενταχθεί στην κοινωνία. Παρά τις προσπάθειές του, δεν κατάφερε να βρει εργασία και να σταθεί ξανά στα πόδια του.
Η τελευταία του εμφάνιση καταγράφηκε το 2013, όταν έγινε γνωστό πως ζούσε σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, μέσα σε μια σκηνή σε σπηλιά στον λόφο του Φιλοπάππου. Επιβίωνε τρεφόμενος από σκουπίδια και από τα συσσίτια της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στην περιοχή, έχοντας για μοναδική συντροφιά έναν σκύλο. Αν βρίσκεται ακόμη στη ζωή, σήμερα θα είναι περίπου 65 ετών.
Tο pronews.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το pronews.gr ουδεμία νομική ή άλλα ευθύνη φέρει.
Δικαίωμα συμμετοχής στη συζήτηση έχουν μόνο όσοι έχουν επιβεβαιώσει το email τους στην υπηρεσία disqus. Εάν δεν έχετε ήδη επιβεβαιώσει το email σας, μπορείτε να ζητήσετε να σας αποσταλεί νέο email επιβεβαίωσης από το disqus.com
Όποιος χρήστης της πλατφόρμας του disqus.com ενδιαφέρεται να αναλάβει διαχείριση (moderating) των σχολίων στα άρθρα του pronews.gr σε εθελοντική βάση, μπορεί να στείλει τα στοιχεία του και στοιχεία επικοινωνίας στο info3@pronews.gr και θα εξεταστεί άμεσα η υποψηφιότητά του.