
Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει μια επικίνδυνη διπλή εικόνα: από τη μία πλευρά οι τράπεζες καταγράφουν ιστορικά υψηλά κέρδη, από την άλλη τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις πιέζονται ασφυκτικά από υψηλά επιτόκια, ακριβές προμήθειες και συνεχιζόμενη ακρίβεια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν καταγράψει συνολικά κέρδη 16,7 δισ. ευρώ την τελευταία τετραετία (2022-2025), με τα έσοδα από προμήθειες να έχουν σχεδόν διπλασιαστεί (+98%) από το 2018, ενώ τα έσοδα από τόκους αυξήθηκαν μόλις κατά 45%.
Τα νούμερα που «μιλάνε»
Προμήθειες: +98% από το 2018
Έσοδα από τόκους: +45% από το 2018 (δηλαδή οι προμήθειες αυξήθηκαν με διπλάσιο ρυθμό)
Συνολικά κέρδη 4ετίας:
3,71 δισ. (2022) + 3,6 δισ. (2023) + 4,399 δισ. (2024) + 4,63 δισ. (2025) = 16,7 δισ. ευρώ
Την ίδια στιγμή, τα επιτόκια δανεισμού στην Ελλάδα παραμένουν από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη, δημιουργώντας πρόσθετη επιβάρυνση στην καθημερινότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων:Καταναλωτικά δάνεια & δάνεια νέων επιχειρήσεων:
Από το 2020 τα επιτόκια στην Ελλάδα ήταν υψηλότερα από την Ευρωζώνη ακόμα και κατά 91%.
Παρότι έχουν υποχωρήσει, εξακολουθούν να είναι σημαντικά υψηλότερα.
Επιχειρηματικά δάνεια (έως 250.000 ευρώ):
Η διαφορά έφτασε ακόμα και το 145% το 2020. Το 2025 η απόκλιση αυξήθηκε ξανά στο 26%.
Η μεγάλη αντίφασηΟι τράπεζες θωρακίζονται και ενισχύουν τα κέρδη τους, ενώ η πραγματική οικονομία δυσκολεύεται να αναπνεύσει.
Η υψηλή κερδοφορία έρχεται σε μια περίοδο που τα νοικοκυριά πιέζονται από την ακρίβεια, τα υψηλά επιτόκια και τις αυξήσεις στις δόσεις των δανείων.
Αυτό δημιουργεί μια παραδοξότητα: οι τράπεζες ευημερούν, ενώ η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συμπιέζεται και η μεσαία τάξη αισθάνεται οικονομική ασφυξία.
Η κατάσταση αυτή εντείνει την κοινωνική δυσαρέσκεια και αποτελεί ένα από τα κρίσιμα ζητήματα που θα κρίνουν τις επόμενες εκλογές.
Όσο η ακρίβεια και το υψηλό κόστος δανεισμού συνεχίζουν να «ροκανίζουν» το διαθέσιμο εισόδημα, τόσο μεγαλύτερη πολιτική φθορά θα υφίσταται η κυβέρνηση.
