
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται σε φάση βαθιάς φθοράς. Μετά από επτά σχεδόν χρόνια εξουσίας, τα σκάνδαλα (ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές), οι καταστροφικές πυρκαγιές με νεκρούς πυροσβέστες, η κατάρρευση υποδομών στο ΕΣΥ και η διαρκής ακρίβεια έχουν διαβρώσει την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους της κοινωνίας.
Το αφήγημα της «σταθερότητας» και της «ανάπτυξης» ακούγεται ολοένα και πιο κούφιο, ενώ το Μέγαρο Μαξίμου απαντά με επικοινωνιακά τεχνάσματα και παροχές στη ΔΕΘ, αντί για ουσιαστική αυτοκριτική.
Σε αυτό το κενό αναδύεται επιβλητικά ο Αντώνης Σαμαράς.
Ο πρώην πρωθυπουργός, προετοιμάζει νέο κόμμα με πατριωτικό-συντηρητικό πρόσημο, με δημοσκοπήσεις να του δίνουν ήδη 5% σύμφωνα με όσους απαντούν ότι «σίγουρα» θα τον ψήφιζαν και επιπλέον ακόμα ποσοστά από όσους απαντούν «πιθανόν».
Σχεδιάζει ανακοινώσεις τον Σεπτέμβριο, στοχεύοντας στους δυσαρεστημένους δεξιούς ψηφοφόρους, σε αγροτικές περιοχές και σε όσους θεωρούν ότι η ΝΔ «μεταλλάχθηκε» σε κόμμα κεντρώο ή «woke».
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο γι την ΝΔ, είναι ο φόβος της επιστροφής εκείνων που απείχαν στις προηγούμενες εκλογές. Η υψηλή αποχή του 2023 δεν ήταν απάθεια, ήταν σιωπηλή διαμαρτυρία.
Αν αυτοί οι πολίτες επιστρέψουν στις κάλπες το 2027 (ή νωρίτερα), υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να ψηφίσουν τιμωρητικά ως προς την ΝΔ.
Η άνοδος Σαμαρά μπορεί να γίνει ακριβώς το όχημα αυτής της αντίδρασης, αποσπώντας ψηφοφόρους από την «δεξαμενή» της ΝΔ.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη με την αλαζονεία της, την αδυναμία κάθαρσης και την αδυναμία να αγγίξει τις καθημερινές αγωνίες, άνοιξε τον δρόμο για μια έκρηξη τιμωρητικής ψήφου.
