
Στην Ηρώδου Αττικού είχαν επενδύσει στη χρονική απόσταση από την τραγωδία των Τεμπών. Πίστευαν ότι όσο περνούν οι μήνες και τα χρόνια, η υπόθεση θα περνάει σταδιακά στο περιθώριο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Όπως όλα δείχνουν, όμως, αυτή η στρατηγική «στραβώνει».
Η εισαγγελική πρόταση για παραπομπή του πρώην υφυπουργού Χρήστου Τριαντόπουλου στο Ειδικό Δικαστήριο ακυρώνει την άνεση και επαναφέρει τα Τέμπη στην πρώτη γραμμή της δημόσιας συζήτησης.Το Μαξίμου σπεύδει να υπογραμμίσει ότι πρόκειται για πλημμελήματα και όχι για κακουργήματα.
Νομικά η διάκριση είναι σαφής. Πολιτικά, όμως, η κοινωνία δεν θυμάται τα Τέμπη μέσα από νομικούς χαρακτηρισμούς. Θυμάται τις εικόνες της καταστροφής, τους χειρισμούς των πρώτων ωρών και ημερών, το «μπάζωμα» του χώρου και όσα ακολούθησαν.
Η μνήμη λειτουργεί διαφορετικά από τον Ποινικό Κώδικα.
Το φθινόπωρο και η προεκλογική ατζέντα
Το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο αναμένεται να αποφασίσει το φθινόπωρο. Μέχρι τότε, η υπόθεση θα βρίσκεται ξανά μπροστά στην κυβέρνηση, τροφοδοτώντας αντιπαραθέσεις και πολιτικό κόστος.
Και δεν έρχεται μόνη της. Συναντά την ακρίβεια που εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά, τις έρευνες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και άλλες υποθέσεις που αφορούν τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Πολλά «μεμονωμένα περιστατικά», όταν συσσωρεύονται, παύουν κάποια στιγμή να είναι μεμονωμένα.
Γίνονται απολογισμός. Και ο απολογισμός, όσο πλησιάζουν οι εκλογές, αποκτά βαρύτητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί εύκολα.
Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να περιορίσει τη συζήτηση στο νομικό πλαίσιο και να παρουσιάσει την υπόθεση ως τεχνικό ζήτημα.
Η αντιπολίτευση θα επιμείνει στις πολιτικές ευθύνες και στη συνολική εικόνα διαχείρισης. Στο τέλος, όμως, αυτό που θα μετρήσει περισσότερο είναι πώς η κοινωνία αντιλαμβάνεται τη σύνδεση όλων αυτών των υποθέσεων.
Έγινε σημείο αναφοράς για ζητήματα διαφάνειας, λογοδοσίας και εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Και όσο η υπόθεση παραμένει ανοιχτή –δικαστικά και πολιτικά– τόσο πιο δύσκολο γίνεται να απομακρυνθεί από την προεκλογική ατζέντα.
