
Η πρόσφατη συνεδρίαση των συλλογικών οργάνων του ΠΑΣΟΚ έφερε στην επιφάνεια κάτι πολύ βαθύτερο από μια απλή εσωκομματική τριβή.
Έφερε στο φως μια στρατηγική αμηχανία που κρατά το κίνημα εγκλωβισμένο στο παρελθόν.
Πριν καν παρέμβει η Νάντια Γιαννακοπούλου για να εκφράσει τη ρητή διαφωνία της με απειλές για καταστατικά μέτρα και διαγραφές, δύο έμπειρα στελέχη, ο Νίκος Παπανδρέου και ο Μιχάλης Κατρίνης, έθεσαν το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων:
Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να συζητήσει για την επόμενη μέρα με διάφορες δυνάμεις –συμπεριλαμβανομένης και της ΕΛΑΣ, εφόσον το επιθυμεί– αμέσως μετά τις εκλογές.
Στον αντίποδα, η Χαριλάου Τρικούπη επιλέγει τη γραμμή της απόλυτης σιωπής και της άρνησης.
Καμία κουβέντα για συνεργασίες, κανένα άνοιγμα, καμία συζήτηση.
Η επίσημη ηγεσία οχυρώνεται πίσω από μια στρατηγική «μονοκομματικής καθαρότητας», η οποία όμως μοιάζει πλέον λιγότερο με πολιτική αυτοπεποίθηση και περισσότερο με φοβικό σύνδρομο.
Τα πράγματα απαιτούν άμεση αποσαφήνιση. Και, κυρίως, απαιτούν πολιτική γενναιότητα.
Το δομικό πρόβλημα του σημερινού ΠΑΣΟΚ είναι ότι εμφανίζεται εγκλωβισμένο διά παντός σε ένα άκαμπτο «αντι-Τσιπρικό» και «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μέτωπο.
Μόνο που αυτό το μέτωπο συγκροτήθηκε πριν από μία δεκαετία, σε τελείως διαφορετικές ιστορικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.
Το να πορεύεται ένα κόμμα το 2026 με τα ανακλαστικά του 2012 ή του 2015 δεν είναι απλώς αναχρονισμός· είναι πολιτική αυτοχειρία.
Ας μιλήσουμε με όρους καθαρής πολιτικής πραγματικότητας.
Αυτή η διαχρονική στρατηγική του «διμέτωπου», που στην πράξη εξαντλούνταν στον πόλεμο με την Αριστερά, ποιον ωφέλησε; Η ιστορική καταγραφή είναι αμείλικτη: βοήθησε αποκλειστικά και μόνο τη Νέα Δημοκρατία.
Η κυβερνώσα παράταξη κατάφερε να κυριαρχήσει στο πολιτικό σκηνικό επειδή ακριβώς το ΠΑΣΟΚ αρνιόταν να αναλάβει τον ρόλο του καταλύτη για μια εναλλακτική διακυβέρνηση, αφήνοντας τον χώρο του κέντρου και της κεντροαριστεράς κατακερματισμένο.
Από πού προκύπτει, λοιπόν, η εκτίμηση ή η προσδοκία της Χαριλάου Τρικούπη ότι η ίδια αποτυχημένη συνταγή θα φέρει σήμερα ένα διαφορετικό αποτέλεσμα;
Πώς περιμένει το ΠΑΣΟΚ να εισπράξει τη φθορά της ΝΔ, όταν αρνείται να παρουσιάσει στους πολίτες μια ρεαλιστική, πλειοψηφική πρόταση εξουσίας που απαιτεί συμμαχίες;
Η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται για τις προσωπικές βεντέτες του παρελθόντος ούτε για τις εσωκομματικές ισορροπίες.
