
Το πιο ισχυρό χαρτί του Αλέξη Τσίπρα σήμερα δεν είναι ούτε η ρητορική του, ούτε η αντιμνημονιακή του ταυτότητα, ούτε κάποια νέα ιδεολογική πρόταση.
Είναι κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο και πολιτικά βαρύ: έχει υπάρξει πρωθυπουργός.
Αυτή η εμπειρία διακυβέρνησης είναι το καίριο πεδίο στο οποίο μπορεί να συγκρουστεί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη όσο κανείς άλλος στον χώρο της προοδευτικής αντιπολίτευσης.
Είναι η «πρωθυπουργισιμότητα» που μπορεί να αντιπαραβάλει στο επιχείρημα του πρωθυπουργού ότι «δεν υπάρχει άλλη λύση για το τιμόνι της χώρας».
Με απλά λόγια, όταν ο Μητσοτάκης ρωτάει «ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο στις 3 τη νύχτα», ο Τσίπρας έχει την πιο πειστική απάντηση που μπορεί να δώσει οποιοσδήποτε από την αντιπολίτευση:
«Εγώ. Γιατί έχω καθίσει στο Μαξίμου, έχω διαχειριστεί κρίσεις και ξέρω πώς κυβερνιέται αυτή η χώρα».
Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, ο Τσίπρας ξεκινάει με καλό «καλημέρα» στη νέα του προσπάθεια. Στις τελευταίες μετρήσεις εμφανίζεται σταθερά δεύτερος στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός, αρκετά μπροστά από τους υπόλοιπους αρχηγούς του προοδευτικού χώρου.
Η εμπειρία του λειτουργεί ως ασπίδα και ως διαφορά ταυτόχρονα: οι πολίτες μπορεί να διαφωνούν μαζί του, αλλά δεν μπορούν να πουν ότι «δεν ξέρει».
Τα όρια όμως είναι υπαρκτά
Η ίδια αυτή εμπειρία είναι ταυτόχρονα και το αδύνατο σημείο του. Η τετραετία 2015-2019 άφησε βαθιές τομές – θετικές και αρνητικές.
Το τρίτο μνημόνιο, το μεταναστευτικό, η οικονομική διαχείριση και ο τρόπος που ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε έχουν ακόμα βαριά σκιά για μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος.
Επιπλέον, η ελληνική κοινωνία δείχνει κουρασμένη από όλους. Το υψηλό ποσοστό «κανένας» στις δημοσκοπήσεις δεν είναι μόνο ένδειξη δυσπιστίας προς τη ΝΔ, αλλά γενικότερης απογοήτευσης από το πολιτικό σύστημα.
Το διακύβευμα
Ο Τσίπρας ποντάρει ότι μπορεί να μετατρέψει την εμπειρία του σε πλεονέκτημα, παρουσιαζόμενος ως ο μόνος ρεαλιστικός, έμπειρος και κυβερνητικά ικανός αντίπαλος του Μητσοτάκη.
Αν το πετύχει, θα κάνει τη μάχη για τη δεύτερη θέση πολύ πιο ενδιαφέρουσα και θα αναγκάσει τη ΝΔ να τον αντιμετωπίζει ως πραγματική απειλή και όχι ως πολιτικό κατάλοιπο.
