
Υπήρξε μια εποχή στην Αθήνα που το να έχεις χρήματα δεν αρκούσε για να εξασφαλίσεις τραπέζι στο πιο περιζήτητο μαγαζί της πόλης. Έπρεπε να είσαι σωστά ντυμένος, να ανήκεις στον κατάλληλο κύκλο και, ακόμη καλύτερα, να γνωρίζεις κάποιον που μπορούσε να σου ανοίξει την πόρτα.
Το 9+9, ή «Εννιάρια» όπως το αποκαλούσαν οι θαμώνες του, δεν ήταν απλώς ένα εστιατόριο ούτε απλώς ένα κλαμπ. Ήταν για χρόνια ένα από τα πιο κλειστά και κοσμικά στέκια της Αθήνας, πίσω από το Παναθηναϊκό Στάδιο, και η παρουσία κάποιου εκεί λειτουργούσε σχεδόν σαν δήλωση κοινωνικού status.
Για τους άνδρες υπήρχε μάλιστα ένας κανόνας που σήμερα μοιάζει βγαλμένος από άλλη εποχή: χωρίς γραβάτα δεν καθόσουν στο εστιατόριο. Και για να περάσεις την πόρτα του κλαμπ, η εμφάνιση από μόνη της μπορεί να μην ήταν αρκετή.
Το όνομα 9+9 δεν είχε επιλεγεί τυχαία. Το μαγαζί ήταν χωρισμένο σε δύο διαφορετικούς χώρους, καθένας με τη δική του ταυτότητα.
Στη δεξιά πλευρά βρισκόταν το κλαμπ. Ένας σχετικά μικρός χώρος, περίπου 70 τετραγωνικών μέτρων σύμφωνα με μαρτυρία θαμώνα της εποχής, με φιμέ καθρέφτες και μια ατμόσφαιρα που δεν θύμιζε όσα είχε συνηθίσει μέχρι τότε η αθηναϊκή νύχτα. Εκεί συναντιούνταν άνθρωποι της μόδας, γνωστά πρόσωπα, επιχειρηματίες και μέλη εύπορων οικογενειών.
Στην αριστερή πλευρά λειτουργούσε το εστιατόριο, με διεθνή κουζίνα και αυστηρότερο ύφος. Ήταν ουσιαστικά δύο διαφορετικές εμπειρίες κάτω από την ίδια στέγη: πρώτα δείπνο και στη συνέχεια μουσική και χορός, εφόσον φυσικά είχες καταφέρει να περάσεις την περίφημη πόρτα.
Σήμερα πολλά μαγαζιά προσπαθούν να δημιουργήσουν αίσθηση αποκλειστικότητας. Στο 9+9 αυτή η αποκλειστικότητα ήταν πραγματική.
Ο Αλόρας, ο μετρ του μαγαζιού, έχει μείνει στη μνήμη των θαμώνων για τα αυστηρά κριτήρια με τα οποία διαχειριζόταν τις κρατήσεις. Το να εξασφαλίσεις τραπέζι μπορούσε να θεωρηθεί από μόνο του μικρή επιτυχία, ενώ οι γνωριμίες έπαιζαν καθοριστικό ρόλο.
Αντίστοιχα αυστηρή ήταν η είσοδος στο κλαμπ. Ο πορτιέρης αποφάσιζε ποιος ταίριαζε στο ύφος του χώρου και ποιος όχι. Πρώην θαμώνας έχει περιγράψει ουρές στην είσοδο και έναν συνεχή μικρό «αγώνα» για το ποιος τελικά θα κατάφερνε να μπει.
Δεν ήταν λοιπόν ένα μαγαζί στο οποίο αποφάσιζες απλώς να πας ένα Σάββατο βράδυ. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να έχεις ήδη εξασφαλίσει ότι η πόρτα θα άνοιγε για σένα.
Στο εστιατόριο ο ενδυματολογικός κώδικας ήταν ξεκάθαρος. Οι άνδρες έπρεπε να φορούν γραβάτα για να καθίσουν για φαγητό. Πρόκειται για μια λεπτομέρεια που σήμερα ακούγεται υπερβολική, αλλά αποτυπώνει ακριβώς τη φιλοσοφία του χώρου.
Το 9+9 ήθελε να θυμίζει τα μεγάλα κοσμοπολίτικα εστιατόρια του εξωτερικού και απευθυνόταν σε ένα κοινό που είχε ταξιδέψει και γνώριζε αντίστοιχους χώρους στο Λονδίνο, στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη.
Αυτή η λογική περνούσε και στο μενού. Πιάτα όπως μπεφ στρογγανόφ, φιλέ με σος Μαδέρα, σατομπριάν, καπνιστός σολομός, γαρίδες κοκτέιλ και σουφλέ σοκολάτας μπορεί σήμερα να μη μοιάζουν εξωτικά, αλλά για την Αθήνα εκείνης της περιόδου αποτελούσαν μέρος μιας διαφορετικής γαστρονομικής εμπειρίας.
Σε μεταγενέστερη αναδρομή για τα ιστορικά εστιατόρια της πόλης, το 9+9 πιστώνεται επίσης με πιάτα και συνδυασμούς όπως σαλάτα με ωμό σπανάκι και γαρίδες με μπέικον, που τότε δεν ήταν συνηθισμένα στο αθηναϊκό τραπέζι.
Η σύγκριση που ακολούθησε το 9+9 για χρόνια ήταν σχεδόν αναπόφευκτη: για πολλούς θαμώνες ήταν το ελληνικό αντίστοιχο του θρυλικού Studio 54 της Νέας Υόρκης.
Όχι επειδή αποτελούσε αντιγραφή του, αλλά επειδή λειτουργούσε με παρόμοια λογική κοινωνικής αποκλειστικότητας. Στον μικρό χώρο του κλαμπ μπορούσες να συναντήσεις σχεδιαστές μόδας όπως τον Μπίλι Μπο και τον Μάκη Τσέλιο, μοντέλα και ανθρώπους γνωστών αθηναϊκών οικογενειών. Παράλληλα, το μαγαζί λειτουργούσε ως σημείο όπου εμφανίζονταν νέες τάσεις στη μουσική και στο ντύσιμο.
Για μια συγκεκριμένη γενιά Αθηναίων, το να βρίσκεται κάποιος στα «Εννιάρια» σήμαινε ότι βρισκόταν εκεί όπου συνέβαιναν τα πράγματα.
Πίσω από το εγχείρημα βρισκόταν ο επιχειρηματίας Κώστας Ζουγανέλης. Πριν από το 9+9 είχε ήδη δημιουργήσει τις περίφημες «9 Μούσες» στη Μύκονο, ένα μαγαζί που από τη δεκαετία του 1960 προσέλκυε το κοσμικό κοινό του νησιού.
Το 1976, σύμφωνα με μαρτυρία που δημοσιεύτηκε στην Athens Voice, έγινε γνωστό στους κοσμικούς κύκλους της πρωτεύουσας ότι ο Ζουγανέλης ετοίμαζε ένα νέο κλαμπ-εστιατόριο στην Αθήνα. Η μεγάλη έκπληξη ήταν η περιοχή που επέλεξε.
Αντί για το Κολωνάκι, όπου συγκεντρωνόταν μεγάλο μέρος της κοσμικής ζωής, εγκαταστάθηκε σε ένα στενό κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στο Παγκράτι. Η επιλογή αποδείχθηκε κάθε άλλο παρά εμπόδιο. Σύντομα ο κόσμος πήγαινε εκεί ακριβώς επειδή εκεί βρισκόταν το 9+9.
Όταν ανέβαινε η θερμοκρασία, το concept μεταφερόταν στις «9 Μούσες» στον Αστέρα, σε μεγαλύτερο χώρο και με περισσότερα τραπέζια. Ακόμη και η περίφημη αυστηρότητα της εισόδου γινόταν, σύμφωνα με τις σχετικές αναμνήσεις, λίγο πιο χαλαρή τους καλοκαιρινούς μήνες.
Ήταν μια διαφορετική εποχή διασκέδασης, πολύ πριν από τις online κρατήσεις, τα social media και τις ατελείωτες επιλογές εστιατορίων και κλαμπ που υπάρχουν σήμερα.
Η φήμη ενός χώρου περνούσε από στόμα σε στόμα. Και όσο δυσκολότερο ήταν να μπεις, τόσο περισσότερο ήθελες να βρίσκεσαι μέσα.
Η αυστηρή επιλογή πελατών, η υποχρεωτική γραβάτα και η σημασία των γνωριμιών μοιάζουν σήμερα με εικόνες μιας άλλης Αθήνας. Ήταν όμως ακριβώς αυτά τα στοιχεία που δημιούργησαν τον μύθο του 9+9.
Δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει μαγαζί για όλους. Το αντίθετο: μεγάλο μέρος της ταυτότητάς του βασίστηκε στην ιδέα ότι δεν μπορούσαν να μπουν όλοι.
Και ίσως γι’ αυτό, τόσες δεκαετίες αργότερα, όσοι έζησαν εκείνες τις νύχτες εξακολουθούν να το θυμούνται. Όχι μόνο για το φαγητό ή τη μουσική, αλλά για ολόκληρη την τελετουργία: την κράτηση, το ντύσιμο, την αναμονή στην πόρτα και τελικά εκείνη τη στιγμή που μάθαινες αν απόψε θα ήσουν μέσα ή… θα έμενες έξω.
Tο pronews.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το pronews.gr ουδεμία νομική ή άλλα ευθύνη φέρει.
Δικαίωμα συμμετοχής στη συζήτηση έχουν μόνο όσοι έχουν επιβεβαιώσει το email τους στην υπηρεσία disqus. Εάν δεν έχετε ήδη επιβεβαιώσει το email σας, μπορείτε να ζητήσετε να σας αποσταλεί νέο email επιβεβαίωσης από το disqus.com
Όποιος χρήστης της πλατφόρμας του disqus.com ενδιαφέρεται να αναλάβει διαχείριση (moderating) των σχολίων στα άρθρα του pronews.gr σε εθελοντική βάση, μπορεί να στείλει τα στοιχεία του και στοιχεία επικοινωνίας στο [email protected] και θα εξεταστεί άμεσα η υποψηφιότητά του.