
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα που μπορεί να προκαλέσει ο φρέσκος ανανάς είναι το αίσθημα καψίματος, τσιμπήματος ή ελαφριάς φαγούρας στη γλώσσα και στο εσωτερικό του στόματος.
Η αιτία βρίσκεται σε ένα φυσικό ένζυμο του φρούτου, τη βρομελίνη.
Η βρομελίνη είναι ένα σύνολο πρωτεολυτικών ενζύμων, δηλαδή ουσιών που μπορούν να διασπούν πρωτεΐνες σε μικρότερα τμήματα. Όταν καταναλώνουμε φρέσκο ανανά, το ένζυμο έρχεται σε επαφή με τους ιστούς της στοματικής κοιλότητας και μπορεί να προκαλέσει έναν προσωρινό ερεθισμό.
Το φαινόμενο γίνεται πιο αισθητό σε ορισμένους ανθρώπους, ιδιαίτερα όταν καταναλώνουν μεγάλη ποσότητα ανανά. Το χαρακτηριστικό «κάψιμο» δεν σημαίνει ότι το φρούτο προκαλεί σοβαρή βλάβη στο στόμα. Πρόκειται συνήθως για παροδική ενόχληση, η οποία υποχωρεί καθώς απομακρύνεται ο ανανάς από τη στοματική κοιλότητα.
Παράλληλα, ο ανανάς είναι όξινος, γεγονός που μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση ερεθισμού. Η βρομελίνη, πάντως, δεν παραμένει ενεργή επ’ αόριστον στον οργανισμό και η πέψη της επηρεάζεται από το περιβάλλον του στομάχου.
Πώς μπορεί να περιοριστεί το «κάψιμο»
Όσοι ενοχλούνται από τον φρέσκο ανανά μπορούν να περιορίσουν την ποσότητα που καταναλώνουν κάθε φορά. Μια ακόμη επιλογή είναι ο θερμικά επεξεργασμένος ή κονσερβοποιημένος ανανάς, καθώς η θέρμανση μειώνει σημαντικά τη δραστηριότητα της βρομελίνης.
Ο συνδυασμός του ανανά με άλλα τρόφιμα μπορεί επίσης να αλλάξει την εμπειρία κατανάλωσής του. Σε κάθε περίπτωση, το χαρακτηριστικό τσούξιμο που αφήνει ο φρέσκος ανανάς αποτελεί κυρίως αποτέλεσμα της δράσης της βρομελίνης και της οξύτητας του φρούτου, και όχι ένδειξη ότι ο ανανάς «τρώει» κυριολεκτικά το στόμα.