Αυτός ο Έπσταϊν είχε περιγράψει με ακρίβεια το περιεχόμενο των Μνημονίων: «Τους γ... σαν τους Έλληνες»...

Κλαίρη Τσαλουχίδη Χατζηµηνά: Πώς βρήκε στην Τέχνη σύνδεση µε τη ζωή

Aπο τη «Γυναίκα του Λώτ» στη «Σκάλα του Παραδείσου» και ένα Check In στην αιωνιότητα αφού απαρνήθηκε τις βεβαιότητες του σήµερα

Κλαίρη Τσαλουχίδη Χατζηµηνά: Πώς βρήκε στην Τέχνη σύνδεση µε τη ζωή

«Υπήρξε µια εποχή στη ζωή µου που το φώς δεν ήταν δεδοµένο», εξηγεί η Κλαίρη Τσαλουχίδη Χατζηµηνά.

«Σήµερα, οχι σαν αίσθηση αλλά σαν καθηµερινή επιλογή και στάση ζωής, βρίσκεται τελικά και στον πυρήνα του έργου µου».

Μπροστά σε πνευµατική εγρήγορση για το επόµενο έργο της, η ζωγράφος και γλύπτρια πρόσφερε απλόχερα τους στοχασµούς της γύρω από τη ζωή και την τέχνη. Αναδροµικά και φτάνοντας ως σήµερα.

Στο σπίτι της στο Θησείο όπου µαζί µε τον πρώην σύζυγό της Κρίστιαν Χατζηµηνά µεγάλωσαν τα δύο τους αγόρια. Πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα σπίτια της Αθήνας, µε τον Παρθενώνα να διαχέει το φως του στο εσωτερικό του µέσα από µια τζαµαρία σαν ταμπλό.

Η Κλαίρη Τσαλουχίδη Χατζηµηνά δεν σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών ούτε στις µεγάλες σχολές της ∆ύσης.

Με το παράδειγµά της για ακόµη µια φορά αποδεικνύεται ότι αυτή η εµµονή της σύγχρονης ζωής µε τις σπουδές ως διαπιστευτήριο ικανότητας πέφτει στο κενό.

Μυήθηκε στην τέχνη µέσα από τον Έρωτα και η Τέχνη παρέµεινε για την ίδια ο απόλυτος έρωτας. «Η Τέχνη δεν είναι πολυτέλεια αλλά εργαλείο επιβίωσης», παραδέχεται σήµερα.

«Στη ζωγραφική και την τέχνη χρωστάω πολλά. Την πλησίασα δειλά καθώς δεν µαθήτευσα στα θρανία της. Κι όµως εκείνη µε αγκάλιασε µε τρυφερότητα προσφέροντας λόγο ύπαρξης και λύσης στο µεταφυσικό µου πρόβληµα».

Μπορεί σήµερα να αποπνέει ήρεµη δύναµη, στην απόλυτη νεότητά της όµως κατάλαβε ότι υπήρχε κάτι περισσότερο στη ζωή από αυτό που της επεφύλασσε η αστική της καταγωγή και η αντίστοιχη μόρφωση  στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος στην Αθήνα (Pierce College), και το πτυχίο από το τμήμα Πολιτικών επιστημών  της Νοµικής Αθηνών.

Η αναζήτηση για κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο παραµένει φανερή και σήµερα στο έντονο στοχαστικό της βλέµµα.

Έτσι λοιπόν η Κλαίρη Τσαλουχίδη Χατζηµηνά µε την ανοιχτοσύνη και τη φυσική της περιέργεια, εµπλούτισε τη ζωή της µε περισσότερη ενέργεια και ευκαιρίες. Η ζωή και η Τέχνη της εξελίχθηκε µέσα από µια σειρά καίριων συναντήσεων  µε σηµαντικούς ανθρώπους.

Παρόλα αυτά απεχθανόταν τα δεκανίκια καθώς ήθελε να στηρίζεται στα πόδια της. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών διεκδίκησε µια θέση υποτροφίας  στο περίφημο Κολλέγιο  της Ευρώπης στην Bruges.

Πέρασε με επιτυχία αλλά «κόπηκε» στα προφορικά όταν στην μοναδική ερώτηση που της έκανε η επιτροπή σχετικά με το επάγγελμα του πατέρα της απάντησε ότι ήταν κυβερνήτης στην  Ολυμπιακή Αεροπορία! Αρνήθηκε να συμμετέχει επι πληρωμή μιας και ο πατέρας της είχε την δυνατότητα να καλύψει την σπουδή.

Ο Βέλγος που συμμετείχε στην συζήτηση ως παρατηρητής  επέμεινε να ακολουθήσει το εκπαιδευτικό πρόγραµµα µε οικονοµική υποστήριξη από τον πατέρα της την στιγμή που είχε γίνει δεκτή αλλά εκείνη αρνήθηκε θεωρώντας το άδικο και απαξιωτικό.
Η αξίωσή της για ισότητα και ανεξαρτησία υπήρξε πρώιµη για εκείνη την εποχή. Εντούτοις στη σύγχρονη Ελλάδα αρκετοί νέοι παραµένουν υπό γονεϊκή σκέπη και σε προχωρηµένη ηλικία.
Μέσα από τις παρέες της εκείνης της εποχής πληροφορήθηκε ότι ο Γιάννης Τσαρούχης ανέβαζε το θεατρικό έργο «Επτά επί Θήβας». Έψαχνε ηθοποιούς που να μην έχουν την υποχρεωτική μανιέρα των σχολών της εποχής εκείνης!
Ο Γιώργος Οικονόμου δεξί χέρι στην σκηνοθεσία του μεγάλου ζωγράφος, ξεχώρισε  την παρουσία της στις πρόβες, και εκτος από την παρουσία της στον χορό της πρότεινε και τον ρόλο της αδερφής της Αντιγόνης,  Ισµήνης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον µυήθηκε για πρώτη φορά στον κόσµο της Τέχνης.

Η Κλαίρη Τσαλουχίδη Χατζηµηνά βρέθηκε ξανά στις Βρυξέλλες, παρακολουθώντας το νεοσύστατο για την Ελλάδα εκείνη την εποχή τµήµα διερµηνέων.

Από αυτό το διεθνές περιβάλλον µεταπήδησε στο Λονδίνο με σκοπό να οργανώσει μετά από εκπαίδευση σε μεγάλο δικηγορικό γραφείο στον Παναμά ένα αντιπροσωπευτικό γραφείο της εταιρείας  που στηνόταν τότε και στην αγγλική πρωτεύουσα.

Ύστερα από µία σύντοµη παρένθεση στην Ελλάδα, επέστρεψε στην Αγγλία για να σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης στην περίφημη σχολή του οίκου Sotheby’s.

Ηταν η εποχή που γνώρισε για πρώτη φορά τον µέλλοντα σύζυγό της Κρίστιαν Χατζηµηνά. Οι παράλληλες τροχιές τους δεν έµελλε να δεθούν για τα καλά ακόµη…

Θα τον συναντούσε αργότερα στην Αθήνα µέσα από την εργασία της, στον τότε σπουδαίο οίκο δηµοπρασιών έργων τέχνης Σταύρου Μιχαλαριά στην Αθήνα.

Εκεί προσελήφθη αµέσως µετά την επιστροφή της από το Λονδίνο.

Πριν τον γάμο όµως µια πολύ σημαντική γνωριµία διεύρυνε τους ορίζοντές της και απελευθέρωσε την πηγαία καλλιτεχνική της ορµή.

Ο διεθνώς αναγνωρισµένος ζωγράφος Θόδωρος Μανωλίδης στο εργαστήριό του τής πρότεινε να πιάσει το πινέλο και να τον βοηθήσει σε ένα µνηµειώδες έργο που ετοίµαζε. Αυτό ήταν.

«Έχασα την αίσθηση του χρόνου», αναλογίζεται σήµερα εκείνη.

«Έπρεπε να µάθω να ζωγραφίζω και στα αλήθεια είχα την τύχη να συναντήσω σπουδαίους ανθρώπους που µου δίδαξαν πως να στέκοµαι απέναντι στο έργο. Απο τον καθένα αποκόµισα κατι διαφορετικό. Το βλέµµα, την πειθαρχία αλλά και την υπέροχη αίσθηση της ελευθερίας. Απο τους δασκάλους µου δεν παρέλαβα απλώς τεχνικές, αλλά τρόπους θέασης.

Παρέλαβα την ηθική του βλέµµατος. Πως να στέκεσαι µε δέος αλλά και κριτική διάθεση απέναντι στο ορατό». Ωστόσο σήμερα αναγνωρίζει πως «ζωγράφος γίνεται κανείς όταν πάψει να ζωγραφίζει µε τα “µάτια” των άλλων. Εκείνη τη στιγµή αναλαµβάνει πλήρως την ευθύνη της γραφής του και του ίχνους που αφήνει.

Οι δάσκαλοι είναι αναγκαίοι για να σου δώσουν γλώσσα. Η ενηλικίωση έρχεται όταν σιωπούν µέσα σου».

Μαθήτευσε κοντά  και άλλους αξιοσηµείωτους δασκάλους όπως τον Γιώργο Ρόρρη, τον χαράκτη  Βασίλη Χάρο, την Μάτω Ιωαννίδη και την Αλκηστη Μιχαηλιδη.

Παντρεύτηκε τον Κρίστιαν Χατζηµηνά αρχές του ’90, έναν σκληρά εργαζόμενο νέο με δυνατό όραμα και φιλοδοξία!

Το 1999 έµεινε έγκυος στον πρώτο από τους δύο γιους της τον Γιώργο. Ενα χρόνο μετά γεννήθηκε ο Μάρκος. Η ζωγραφική µπήκε τότε στον πάγο. Αλλά για πολύ λίγο…

Η Κλαίρη Τσαλουχίδη Χατζηµηνά καταπιάνεται αυθόρµητα και πηγαία µε διαφορετικά εκφραστικά µέσα. Θα µπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το µέσο την οδηγεί, ορίζει τη µορφή της σύνθεσης, το υλικό καθυποτάσσει το ύφος της. Όταν δουλεύει µε παστέλ, τα έργα της παραπέµπουν ιδιαίτερα στους σπουδαίους ζωγράφους που θαυµάζει, όπως ο Bonnard, ο Matisse και ο Vuillard. Στην ζωγραφική κατάφερε όμως να μετουσιώσει τα διδάγµατα και τις επιρροές τους σε κάτι µοναδικό, στο δικό της γλωσσικό ιδίωµα!

Στα πορτρέτα, το χρώµα δεν απλώνεται στο πρόσωπο αλλά το πλαισιώνει, φτάνει µέχρι το περίγραµµά του. Η µορφή παραµένει άχρωµη, σαν ατελής.

Έτσι η εστίαση της προσοχής εντατικοποιείται ενώ η σύνθεση αποκτά άλλο βάθος. Αυτή η εκπληκτική τεχνική αναδεικνύεται από τη δεύτερη κιόλας ατοµική της έκθεση µε τίτλο Ο Κήπος (Γκαλερί Αργώ, 2013) µε κάρβουνο και ξηρό παστέλ σε χαρτί.

«Κάποτε η µεταφυσική µε γοήτευε πολύ σαν ιδέα. Τώρα πια την πλησιάζω σαν φιλοσοφική θεώρηση. Και µέσα απο την Τέχνη συχνά έχω βρεί την δύναµη να σταθώ όρθια µεσα σε ακραίες εσωτερικές συνθήκες. Θα έλεγα πως η δουλειά µου είναι µια διαρκής µελέτη πάνω στη “µεταφυσική της ύλης”», εξηγεί η Κλαίρη Τσαλουχίδη Χατζηµηνά.

«Επιστρέφοντας στην ζωγραφική και το µέσο της», διευκρινίζει, «στο µαλακό παστέλ και στο κάρβουνο βρίσκω αµεσότητα, χάδι και αναπνοή. Στην gouache το χρώµα παραµένει φρέσκο και διάφανο. Το λάδι έχει ενα βάρος που συχνά εµποδίζει την επικοινωνία. Και για µένα χωρίς διάλογο δεν υπάρχει έργο. Η σχέση µου µε το υλικό είναι περισσότερο βιωµατική».
Όσο για τα τοπία, έχει επινοήσει τη δική της ιµπρεσιονιστική γλώσσα. Ζωγραφίζει πάντα τόπους µε τους οποίους συνδέεται συναισθηµατικά. 
Το σπίτι τους στο Θησείο, την θέα από το σπίτι που ακόμη νοικιάζουν στην Σίφνο. Στο αγαπημένο αυτό νησί δύο διαδοχικές χρονιές, το ίδιο τοπίο αποτυπώθηκε µε διαφορετικό τρόπο.
Ο χρόνος που είχε παρεµβληθεί φανέρωσε µία εσωτερική στροφή στη ζωγράφο. Τότε συνειδητοποίησε το πόσο η αποτύπωση της πραγµατικότητας καθορίζεται από ψυχικά ελατήρια και εγκεφαλικά κύτταρα. Όλα ξεκινούν από το κεφάλι, τόσο το χρώµα όσο και το σχέδιο.

Είναι ένα δυνατό mindset για να χρησιμοποιήσουμε έναν σύγχρονο όρο.

Θυµάται µια επίσκεψή της στην Tate στο Λονδίνο όπου βρέθηκε µπροστά σε πίνακα του Ρόθκο. Γραµµικές πινελιές χρώµατος απλώς; Όχι, κάτι το ανείπωτο και µεταφυσικό. Ίσως για το µελλοντικό της έργο να τον επισκεφτεί και πάλι…

Η ζωγραφική της χαρακτηρίζεται παραστατική, αν και δεν θα συµφωνούσαν όλοι µε την κατηγοριοποίηση. Με πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης, ανάλογα µε την ορατή, αδρή επίστρωση υλικού σε κάθε σύνθεση. Ζωγραφίζει την Ελιά, τη γειτονιά της, το παραδοσιακό στοιχείο.

Στην πρώτη της ατοµική έκθεση που τιτλοφορήθηκε «Απέναντι από την Ακρόπολη»  (Γκαλερί Αργώ, 2009 σε επιµέλεια της εξαιρετικής Ίριδας Κρητικού) αποτύπωσε µε αυτοβιογραφικό βλέµµα, σαν χάδι στο χαρτί,  τις εικόνες  απο το παράθυρο του ατελιέ της στην ταράτσα του σπιτιού τους στο Θησείο.

Ξεχωρίζει η συµµετοχή της σε έκθεση στο Νέο ∆ελχί στην Ινδία για τα διακόσια χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. (συνεργασία της Ελληνοΐνδικής Εταιρείας Πολιτισµού και Ανάπτυξης µε την Πρεσβεία της Ελλάδας).

«Το έργο µου επιχείρησε να γεφυρώσει το ελληνικό φώς µε τον ινδικό πολιτισμό, αποδεικνύοντας πως ο αγώνας για την ανύψωση και ελευθερία του ανθρώπου είναι οικουµενικός», θυµάται σήµερα για την αξιοσηµείωτη αυτή έκθεση. «Μια γραµµή σύνδεσης και απόδοσης φόρου τιµής στις συγγένειες των δυο χωρών απο την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο οποίος σεβάστηκε και γοητεύτηκε απο την µαγεία της χώρας αυτής τότε όπως και εγώ σήµερα».

Το ελληνικό τοπίο όμως οδεν την εµπνέει µόνο «ως σιωπή αλλά και ως αφήγηση. Ας διαχωρίσουµε το “τοπίο” ως γραφικότητα απο το “τοπίο” ως πεδίο φωτός.

Το ελληνικό τοπίο διέπεται απο µια αυστηρή γεωµετρία φωτός. Το φώς εδώ είναι ανελέητο, αποκαλύπτει την αλήθεια της φόρµας. Ζωγραφίζω λοιπόν την µεταφυσική διαύγεια αυτού του τόπου.

Η έµπνευση δεν προκύπτει απο την νοσταλγία αλλά από την ανάγκη να κατακτήσω εικαστικά αυτήν την απόλυτη καθαρότητα την οποία µόνο το Αττικό Φώς µπορεί να προσφέρει σαν µέτρο σύγκρισης για τη ζωή µας.

Ζωγραφίζοντας αισθάνοµαι σαν να ακολουθώ τον γραφικό χαρακτήρα της απόδοσής του παράλληλα µε την δική µου προσωπική γραφή.

Η ζωγραφική της απεικόνισης αποτελεί για µένα επιστροφή στην πρωταρχική γλώσσα της τέχνης. Εκεί η χειρονοµία παραµένει άµεση, χωρίς τη διαµεσολάβηση από την τεχνολογία η την κατασκευή».

Το επισηµαίνει επειδή τα τελευταία χρόνια έχει διακριθεί για τις µνηµειώδεις εγκαταστάσεις της, που τονίζουν την εκφραστική της δύναμη με πρωτόγνωρο τρόπο.

Η ίδια τα θεωρεί  ως πιο «νοητικά κατασκευάσµατα», που «απαιτούν αποκωδικοποίηση», αναφερόμενη  στην σύγχρονη  conceptual art. 

Συνεργάτης και εμπνευστής των σπουδαίων εκθέσεων που επιμελείται ο διακεκριµένος επιµελητής Κώστας Πράπογλου της προτείνει να συμμετέχει με αποτέλεσμα τα δυνατά έργα που προκύπτουν.

Στο έργο Check in (Wandelust/all passports, 2024) συμμετοχή στην διεθνή οµαδική έκθεση στο Μέγαρο Σλήµαν-Μελά, µία µνηµειώδης κατασκευή από µπαούλα και βαλίτσες, σαν objets trouvés, µε διαστάσεις µεταβλητές, αποτελεί μια απόπειρα να συλλάβει την αίσθηση της ελευθερίας μέσα από το Ταξίδι. Η έννοια του περάσµατος δεν αποδίδεται αφηγηµατικά αλλα ως υπαρξιακός σταθµός.

Στο Scala Paradisi (All aboard, 2025) στην μοναδική έκθεση που έλαβε χώρα στον ∆ιεθνή Αερολιµένα Αθηνών, µια λευκή σκάλα αιωρείτα φαινοµενικά στο κενό σαν δοµή εξύψωσης.

Η κλίµακα λειτουργεί σαν αρχετυπικό σύµβολο ανάτασης. Η χρήση του στίχου απο την επιστολή προς Κορινθίους του  Αποστόλου Παύλου δεν λειτουργεί ως θρησκευτική αναφορά, αλλά αποτελεί δοµικό στοιχείο του έργου: «Η Αγάπη ως η µόνη συνεκτική ουσία που κρατά το σύµπαν ενωµένο ενάντια στην φθορά».
Στη «Γυναίκα του Λώτ» (The Butterfly effect, 2023) το έργο της που συμμετείχε στην υπέροχη έκθεση στο ιστορικό εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας  Μουζάκη « Πεταλούδα» δανείζεται την οµώνυµη βιβλική µορφή από την Γένεση.
Μία µορφή ύψους πέντε µέτρων δεσπόζει στον αχανή χώρο του εργοστασίου. «Η γλυπτική φόρµα υπηρετεί την έννοια της µνήµης ως τραύµα.
Η στήλη άλατος δεν είναι τιµωρία, ειναι η κρυσταλλοποίηση της στιγµής. Η ηρωίδα αρνείται να προχωρήσει αµέριµνη προς την σωτηρία αφήνοντας πίσω ό,τι αγαπά και επιλέγει να γίνει µνηµείο της ίδιας της της απώλειας».
Η Κλαίρη Τσαλουχίδη Χατζηµηνά έθεσε ερωτήµατα σε σχέση µε τη γυναικεία ανωνυµία στον χώρο εργασίας αλλά και στην ίδια την ζωή.  Η ταυτότητα της µυθικής αυτής γυναίκας παραμένει ανώνυµη στους αιώνες. Τιμωρήθηκε καθώς παράκουσε την εντολή και γύρισε να κοιτάξει πίσω. Αλλά πως μπόρεσε να το αποφύγει;
Άφηνε πίσω ότι αγαπούσε, το σπίτι τα παιδιά και την πόλη της.

Συνεχίζει λοιπόν η καλλιτέχνις: «οι βαλίτσες, η σκάλα του Παραδείσου, η γυναίκα του Λώτ δεν είναι σύµβολα υπέρβασης αλλά στάση ζωής. Τι κρατάς, τι αφήνεις, που στέκεσαι όταν δεν µπορείς να γυρίσεις πίσω».

Την στιγµή που η Κλαίρη Τσαλουχίδη Χατζηµηνά άρχισε να εκφράζεται µέσα απο εγκαταστάσεις «ο δρόµος πραγµατικά φωτίστηκε απο ένα σχεδόν υπερβατικό φως διανύοντας µια διαδροµή προς το ιδανικό», διαπιστώνει σήµερα. Η µεγάλη κλίµακα τής επέτρεψε να στοχαστεί µακροσκοπικά.

«Ενα ταξίδι το κάθε έργο. Ανάµεσα σε κάθε ταξίδι όµως χρειάζεται µια παύση. Ένας τόπος όπου το σώµα µπορεί να µείνει ακίνητο και η ψυχή να συνεχίσει. Η Γυναικα του Λώτ δεν πρέπει να κοιτάξει πίσω την καταστροφή. Οι βαλίτσες (στο Check in) δεν πρέπει να γίνουν βάρος αλλά συνοδοιπόροι. Πώς ανεβαίνει κανείς µια σκάλα (στο Scala Paradisi) που χωρίς στήριγµα αιωρείται στο κενό;

Ο Ύµνος της Αγάπης του Αποστόλου Παύλου µιλά για το ανθρώπινο θαύµα του να αγαπάς χωρίς αντάλλαγµα. Η σκάλα παραµένει αιωρούµενη ανάµεσα σε γή και ουρανό σύµβολο της εσωτερικής ανόδου. Η αγάπη δεν έχει κατεύθυνση µόνο διάρκεια».

Αλλά τα εντυπωσιακά αυτά γλυπτά δεν αποτελούν απλώς επιφανειακές εγκεφαλικές συλλήψεις. Η πυκνότητα αισθητικής και νοήµατος, η ενότητα του ύφους τους οφείλεται στην ίδια. Το βότσαλο από την Τήνο που χρησιµοποιήθηκε στο Scala Paradisi δεν ταξίδεψε τυχαία από το νησί.

Το αλάτι  στην Γυναίκα του Λωτ προέκυψε ύστερα από ενδελεχή µελέτη, µε την επιµονή του ερευνητή  από πλευράς της πάντα με την βοήθεια του επιμελητή των μεγάλων αυτών εκθέσεων Κώστα Πράπογλου.

Η συζήτηση συνεχίζεται στο δώµα του σπιτιού της όπου διατηρεί το εργαστήριό της. Πλαισιώνεται από µια άνετη ταράτσα σε απόσταση αναπνοής από το πυκνό δάσος της Πνύκας και το Αστεροσκοπείο.

Από την άλλη µεσουρανεί ξανά ο Παρθενώνας, η Αρχαία Αγορά, όλη η Αθήνα στο πιάτο.

«Παρόλα τα ταξίδια µου η Ελλάδα συνεχίζει να µε µαγεύει και να την θεωρώ εναν επίγειο παράδεισο. Οµως τα πρόσφατα ταξίδια µου στην Ανταρκτική, την Λατινική Αµερική και την Αφρική δεν παύουν να µου θυµίζουν την πολυτιµότητα του πλανήτη Γή, του δικού µας Σπιτιού. Στ αλήθεια, “The World is our Οyster”».

Το τελευταίο αυτό έργο κοσµεί σήμερα την εταιρεία του Κρίστιαν Χατζηµηνά.Ποτέ δεν εγκατέλειψε το Θησείο. «Εδω είναι το σπίτι µας, εδώ µεγάλωσαν τα δύο µας αγόρια»,αφηγείται  η Κλαίρη Τσαλουχίδη Χατζηµηνά.

«Η επιλογή δεν ήταν τυχαία», συµπληρώνει. «Το Θησείο είναι ένα παλίµψηστο ιστορίας όπου τα ιστορικά γεγονότα οι πολιτισµοί ακόµη και οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν χαραχτεί η ξαναγραφεί επάνω σε παλαιότερα στρώµατα αποκαλύπτοντας κρυµµένα παρελθόντα όπως συµβαίνει κυριολεκτικά µε τα χειρόγραφα που ξαναχρησιµοποιούνταν αφήνοντας “ίχνη” απο αρχαιότερες γνώσεις και εµπειρίες, δηλαδή η ιστορία είναι σαν ένα παλίµψηστο, ένα πολυεπίπεδο κείµενο όπου κάθε εποχή διαβάζεται πάνω στις προηγούµενες.
Το να δηµιουργείς στη σκιά του Παρθενώνα δεν είναι προνόµιο είναι ευθύνη. Το εργαστήριό µου εδώ λειτουργεί σαν ένα σύγχρονο ασκητήριο µέσα στην τουριστική βοή. Η γειτνίαση µε τα αρχαία µνηµεία επιβάλλει µια σιωπηλή σύγκριση. Είναι ένας τόπος γείωσης. Εδώ το παρόν της πόλης συναντά την µνήµη και αυτό µε αγγίζει βαθειά! ∆εν θα ήθελα να τελειώσω τη ζωή µου πουθενά αλλού. Είναι τόσο δυνατή η οµορφιά γύρω µου…».
Σήµερα βρίσκεται σε περίοδο αναζήτησης. «Μελετώ την ιδέα ενός έργου που πραγµατεύεται την Σιωπή και το Κενό.Σε µια εποχή οπτικού θορύβου και υπερπληροφόρησης το πιο επαναστατικό πράγµα που µπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης είναι να δηµιουργήσει χώρο για παύση».
Αναλογίζεται την ιδέα του «µη εικονιζόµενου». Να συλλάβει και να αποδώσει εικαστικά «εκείνο που δεν λέγεται αλλά βιώνεται». Η αισθητική της αφαίρεσης κατά συνέπεια αποτελεί µια απόπειρα προσέγγισης του απείρου, δηλαδή του ιερού.
«Λιγότερη µορφή, περισσότερη παρουσία», πιστεύει σήµερα η Κλαίρη Τσαλουχίδη Χατζηµηνά.

Αν µε ένα φανταστικό πινέλο µπορούσε να διορθώσει την πραγµατικότητα, «θα αφαιρούσα τις σκληρές γραµµές που διαχωρίζουν τους ανθρώπους και τις ιδέες αφήνοντας τις µορφές ασαφείς και ανοιχτές σε ερµηνεία». Θα διέγραφε την φλυαρία, την βία και τον θόρυβο…

«Θα άφηνα µόνο ό,τι αντέχει την εγγύτητα, την οµορφιά και τη γαλήνη»
ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
ΔΕΙΤΕ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ