
Σε μια ιδιαίτερα ανησυχητική καμπή εισέρχεται η γαλλική οικονομία, καθώς το κόστος δανεισμού της χώρας ξεπέρασε το ψυχολογικό όριο του 5%, για πρώτη φορά εδώ και 24 χρόνια, αποτυπώνοντας την ολοένα μεγαλύτερη δυσπιστία των διεθνών επενδυτών απέναντι στην ικανότητα του Παρισιού να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά του.
Η απόδοση του δεκαετούς κρατικού ομολόγου της Γαλλίας άγγιξε σήμερα, Τετάρτη, το 5,01%, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από το 2002, πριν υποχωρήσει ελαφρώς προς το 4,99%. Μία ημέρα νωρίτερα, το επιτόκιο είχε κινηθεί κοντά στο 4,94%, επιβεβαιώνοντας την ένταση των πιέσεων στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης.
Ακόμη πιο ενδεικτική της αλλαγής του επενδυτικού κλίματος είναι η διεύρυνση της διαφοράς αποδόσεων με τα γερμανικά ομόλογα. Το γαλλογερμανικό spread έφτασε ενδοσυνεδριακά τις 159 μονάδες βάσης, δηλαδή τις 1,59 ποσοστιαίες μονάδες, αγγίζοντας επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2011, όταν η ευρωζώνη βρισκόταν αντιμέτωπη με την κρίση κρατικού χρέους.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, εάν ληφθεί υπόψη ότι η Γαλλία δανείζεται πλέον ακριβότερα από χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία, οι οποίες επί σειρά ετών αντιμετωπίζονταν από τις αγορές ως περισσότερο ευάλωτες δημοσιονομικά. Η απόδοση του ιταλικού δεκαετούς διαμορφώθηκε κοντά στο 4,57%, ενώ του ισπανικού στο 4,07%.
Πίσω από την εκτίναξη των αποδόσεων βρίσκεται ένας συνδυασμός πολιτικής αστάθειας, δημοσιονομικών ανισορροπιών και επιδείνωσης των διεθνών οικονομικών συνθηκών. Η δυσκολία σχηματισμού σταθερών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών και οι συνεχείς αντιπαραθέσεις γύρω από τον κρατικό προϋπολογισμό έχουν εντείνει τις αμφιβολίες για το κατά πόσο η γαλλική κυβέρνηση μπορεί να εφαρμόσει ένα αξιόπιστο πρόγραμμα περιορισμού των ελλειμμάτων.
Παράλληλα, οι πρόσφατες κοινωνικές κινητοποιήσεις και τα βίαια επεισόδια προσθέτουν έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας, καθώς η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής και στις αυξανόμενες κοινωνικές πιέσεις. «Υπάρχει μια αρκετά ξεκάθαρη δυσπιστία» απέναντι στη Γαλλία, εξήγησε στο Γαλλικό Πρακτορείο (AFP) ο Αντρέα Τουένι υπεύθυνος δραστηριοτήτων αγοράς στη Saxo Banque France.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η άνοδος των ενεργειακών τιμών, η οποία ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις και δημιουργεί προσδοκίες για αυστηρότερη νομισματική πολιτική από τις κεντρικές τράπεζες.
Ωστόσο, η ιδιαίτερα έντονη αύξηση των γαλλικών αποδόσεων, σε σύγκριση με εκείνες άλλων ευρωπαϊκών χωρών, δείχνει ότι οι επενδυτές δεν ανησυχούν μόνο για το γενικότερο περιβάλλον επιτοκίων, αλλά και για τους ειδικούς κινδύνους της γαλλικής οικονομίας.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται η πορεία του δημόσιου χρέους και η δυσκολία περιορισμού των ελλειμμάτων.
Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, εάν δεν επιτευχθεί πολιτική συμφωνία για τα δημοσιονομικά μέτρα, το έλλειμμα θα μπορούσε να φτάσει έως και το 6,4% του ΑΕΠ. Ακόμη και στην περίπτωση εφαρμογής ενός πακέτου εξοικονόμησης ύψους 54 δισ. ευρώ, εκτιμάται ότι το έλλειμμα ενδέχεται να παραμείνει στο 5% ή υψηλότερα, με το δημόσιο χρέος να υπερβαίνει το 120% του ΑΕΠ.
Το πρόβλημα είναι ότι η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο μια ήδη δύσκολη δημοσιονομική κατάσταση.
Όσο υψηλότερο είναι το επιτόκιο με το οποίο δανείζεται το γαλλικό Δημόσιο, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους κατά την έκδοση νέων ομολόγων ή την αναχρηματοδότηση παλαιότερων υποχρεώσεων.
Αυτό περιορίζει τα διαθέσιμα κονδύλια για δημόσιες επενδύσεις, κοινωνικές δαπάνες και φορολογικές ελαφρύνσεις, καθιστώντας παράλληλα δυσκολότερη την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.
Ενδεικτικό είναι ότι, με βάση τις εκτιμήσεις που επικαλείται το Reuters, το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του γαλλικού χρέους θα μπορούσε να προσεγγίσει το 4% του ΑΕΠ έως το 2030, από περίπου 2,2% το προηγούμενο έτος, εφόσον οι υψηλές αποδόσεις διατηρηθούν.
Πρόκειται για έναν ενδεχόμενο φαύλο κύκλο: τα υψηλά επιτόκια αυξάνουν τη δημοσιονομική επιβάρυνση, η ανάγκη για πρόσθετα μέτρα μπορεί να περιορίσει την οικονομική δραστηριότητα και η ασθενέστερη ανάπτυξη δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη σταθεροποίηση του χρέους.
Ένας επιπλέον παράγοντας που προβληματίζει τις αγορές είναι η πολιτική προοπτική της Γαλλίας ενόψει των προεδρικών εκλογών του Απριλίου 2027.
Η απουσία σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δυσχεραίνει την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, ενώ οι έντονες διαφωνίες μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων για τη φορολογία, τις δημόσιες δαπάνες και το ασφαλιστικό σύστημα περιορίζουν τα περιθώρια συνεννόησης.
Οι επενδυτές παρακολουθούν τις προτάσεις των πολιτικών κομμάτων για τη διαχείριση του χρέους, αναζητώντας ενδείξεις σχετικά με τη μελλοντική κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ψήφιση του προϋπολογισμού και η διαμόρφωση ενός αξιόπιστου σχεδίου σταδιακής μείωσης των ελλειμμάτων αποκτούν καθοριστική σημασία για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Tο pronews.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το pronews.gr ουδεμία νομική ή άλλα ευθύνη φέρει.
Δικαίωμα συμμετοχής στη συζήτηση έχουν μόνο όσοι έχουν επιβεβαιώσει το email τους στην υπηρεσία disqus. Εάν δεν έχετε ήδη επιβεβαιώσει το email σας, μπορείτε να ζητήσετε να σας αποσταλεί νέο email επιβεβαίωσης από το disqus.com
Όποιος χρήστης της πλατφόρμας του disqus.com ενδιαφέρεται να αναλάβει διαχείριση (moderating) των σχολίων στα άρθρα του pronews.gr σε εθελοντική βάση, μπορεί να στείλει τα στοιχεία του και στοιχεία επικοινωνίας στο [email protected] και θα εξεταστεί άμεσα η υποψηφιότητά του.