Το ατύχημα στο εργοστάσιο της ΒΙΟΛΑΝΤΑ δεν είναι απλώς ακόμη μία τραγωδία που προστίθεται στη μακριά λίστα των εργατικών δυστυχημάτων στη χώρα μας.
Είναι ένα οδυνηρό σύμπτωμα ενός βαθύτερου και διαχρονικού προβλήματος: της συστηματικής υποβάθμισης της ασφάλειας στους χώρους εργασίας, στο όνομα της ταχύτητας, της κερδοφορίας και μιας στρεβλής αντίληψης περί ανάπτυξης, που αντιμετωπίζει την πρόληψη ως κόστος και όχι ως υποχρέωση.
Τα πρώτα στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας προκαλούν εύλογα ερωτήματα και έντονη ανησυχία. Αναφορές σε υπόγειους χώρους που δεν είχαν δηλωθεί, σε δεξαμενές προπανίου εκτός εγκεκριμένων αδειών και σε υποδομές που φαίνεται να λειτουργούσαν εκτός του προβλεπόμενου νομικού πλαισίου δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «τεχνικές λεπτομέρειες».
Αν επιβεβαιωθούν, δεν μιλάμε για ένα ατυχές συμβάν ή για ένα ανθρώπινο λάθος, αλλά για μια αλυσίδα παραλείψεων που αποκαλύπτει βαθιά κενά στον μηχανισμό ελέγχου.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η πολιτική διάσταση της υπόθεσης. Διότι η ασφάλεια στην εργασία δεν είναι ούτε θέμα ατομικής ευθύνης των εργαζομένων ούτε αποτέλεσμα της καλής θέλησης των εργοδοτών.
Είναι, πρωτίστως, κρατική ευθύνη. Και αυτή η ευθύνη δεν εξαντλείται στη θέσπιση νόμων, αλλά κρίνεται καθημερινά στην εφαρμογή τους.
Στην Ελλάδα, το θεσμικό πλαίσιο για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, σε επίπεδο νόμων και κανονισμών, υπάρχει. Ευρωπαϊκές οδηγίες έχουν ενσωματωθεί, προβλέπονται διαδικασίες ελέγχου, κυρώσεις και μηχανισμοί πρόληψης.
Το πρόβλημα, όμως, δεν βρίσκεται στην έλλειψη νομοθεσίας. Βρίσκεται στη χρόνια αδυναμία του κράτους να την εφαρμόσει με συνέπεια και αυστηρότητα.
Και εδώ η ευθύνη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας είναι συγκεκριμένη και βαριά.
Από το 2019 μέχρι σήμερα, η χώρα δεν κυβερνάται από κάποιο μεταβατικό ή δοκιμαστικό σχήμα, αλλά από το λεγόμενο «επιτελικό κράτος».
Κυβερνάται από μια παράταξη που είχε τον χρόνο, τη θεσμική εμπειρία και την πολιτική ισχύ να εφαρμόσει τον νόμο. Παρ’ όλα αυτά, η εργασιακή ασφάλεια παραμένει χαμηλά στην πολιτική ατζέντα.
Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί υποστελεχωμένοι, οι έλεγχοι περιορίζονται ποσοτικά και ποιοτικά και η πρόληψη αντιμετωπίζεται ως γραφειοκρατικό βάρος που «ενοχλεί» την αγορά. Όταν μια κυβέρνηση έξι ετών δεν επενδύει συστηματικά στην πρόληψη και δεν ενεργοποιεί τα εργαλεία που η ίδια η έννομη τάξη της παρέχει, τότε η ευθύνη για τα ατυχήματα παύει να είναι αφηρημένη ή διαχρονική. Είναι καθαρά πολιτική.
Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, που θα έπρεπε να αποτελεί τον βασικό πυλώνα πρόληψης, συνεχίζει να λειτουργεί με σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό και μέσα.
Οι έλεγχοι είναι συχνά αποσπασματικοί, σε πολλές περιπτώσεις προαναγγελθέντες και τελικά περισσότερο τυπικοί παρά ουσιαστικοί. Έτσι, η επιθεώρηση μετατρέπεται σε διαδικασία συμμόρφωσης «στα χαρτιά» και όχι σε πραγματικό εργαλείο αποτροπής κινδύνων. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: το ατύχημα δεν αποφεύγεται, απλώς καθυστερεί.
Σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η προσέγγιση είναι ριζικά διαφορετική. Εκεί, η ασφάλεια στους χώρους εργασίας αντιμετωπίζεται ως επένδυση και όχι ως εμπόδιο στην ανάπτυξη. Οι έλεγχοι είναι τακτικοί και αιφνιδιαστικοί, οι κυρώσεις αυστηρές και ουσιαστικά αποτρεπτικές, ενώ οι εργαζόμενοι έχουν ενεργό ρόλο μέσω επιτροπών υγείας και ασφάλειας.
Η πρόληψη προηγείται της τραγωδίας· δεν έρχεται εκ των υστέρων ως επικοινωνιακή διαχείριση.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, κάθε σοβαρό εργατικό δυστύχημα ακολουθεί την ίδια προβλέψιμη διαδρομή: δηλώσεις συμπαράστασης, εξαγγελίες ελέγχων, υποσχέσεις για «αλλαγές» και, τελικά, επιστροφή στην κανονικότητα της αδράνειας. Μέχρι το επόμενο ατύχημα. Αυτή η επαναλαμβανόμενη πρακτική δεν είναι απλώς αναποτελεσματική. Είναι επικίνδυνη και κοινωνικά ανεύθυνη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος με τον οποίο το κράτος διαχειρίζεται τις έρευνες μετά από μεγάλες τραγωδίες. Στην περίπτωση της ΒΙΟΛΑΝΤΑ, ο κρατικός μηχανισμός φαίνεται – τουλάχιστον μέχρι στιγμής – να κινείται με στοιχειώδη σεβασμό στις διαδικασίες: ο χώρος διασφαλίστηκε, η έρευνα εξελίσσεται μεθοδικά και τα στοιχεία δεν αλλοιώθηκαν πριν καταγραφούν και αξιολογηθούν. Το αυτονόητο, δηλαδή.
Κι όμως, αυτή η στάση έρχεται σε οδυνηρή αντίθεση με όσα ζήσαμε στο δυστύχημα – έγκλημα των Τεμπών, όπου ο χώρος αλλοιώθηκε, μπαζώθηκε και κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία χάθηκαν.
Η σύγκριση δεν γίνεται για συμψηφισμό, αλλά για να αναδειχθεί μια βαθιά παθογένεια: ότι το κράτος δικαίου στη χώρα μας φαίνεται να εφαρμόζεται επιλεκτικά, ανάλογα με το πολιτικό κόστος και τη διαχείριση της εικόνας. Και αυτό υπονομεύει ευθέως την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Πρέπει επίσης να ειπωθεί καθαρά, ότι η απαίτηση για αυστηρά πρότυπα ασφάλειας δεν στρέφεται κατά της βιομηχανίας ούτε κατά των θέσεων εργασίας. Το αντίθετο.
Η πραγματική προστασία της παραγωγής και της απασχόλησης περνά μέσα από την ασφάλεια. Δεν υπάρχει βιώσιμη ανάπτυξη όταν οι εργαζόμενοι εργάζονται με τον φόβο. Δεν υπάρχει υγιής επιχειρηματικότητα όταν τα θεμέλιά της είναι σαθρά.
Η Πολιτεία οφείλει να κινηθεί άμεσα και αποφασιστικά. Με συνολικό επανέλεγχο βιομηχανικών εγκαταστάσεων υψηλού κινδύνου. Με ουσιαστική ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών. Με σαφή μετατόπιση της πολιτικής από την εκ των υστέρων διαχείριση στην πρόληψη. Και, κυρίως, με μια ξεκάθαρη πολιτική επιλογή: ότι η ανθρώπινη ζωή και η ασφάλεια δεν μπαίνουν στη ζυγαριά κόστους –οφέλους.
Η κοινωνία δεν ζητά θαύματα. Ζητά το αυτονόητο. Να μη χρειάζεται να θρηνούμε θύματα για να διαπιστώνουμε παραλείψεις. Να μη μαθαίνουμε εκ των υστέρων τι «δεν είχε δηλωθεί» ή τι «δεν είχε ελεγχθεί». Ζητά ένα κράτος που προλαμβάνει αντί να απολογείται και που εφαρμόζει τον νόμο με συνέπεια, όχι κατά περίπτωση.
Το ατύχημα στη ΒΙΟΛΑΝΤΑ είναι μια ξεκάθαρη προειδοποίηση. Το ερώτημα είναι αν έξι χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία, θα υπάρξει επιτέλους η πολιτική βούληση να αλλάξει κάτι ουσιαστικά. Ή αν θα συνεχίσουμε να μετράμε τραγωδίες ως «παράπλευρες απώλειες» μιας ανάπτυξης χωρίς κανόνες και χωρίς μνήμη.
Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ

Tο pronews.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το pronews.gr ουδεμία νομική ή άλλα ευθύνη φέρει.
Δικαίωμα συμμετοχής στη συζήτηση έχουν μόνο όσοι έχουν επιβεβαιώσει το email τους στην υπηρεσία disqus. Εάν δεν έχετε ήδη επιβεβαιώσει το email σας, μπορείτε να ζητήσετε να σας αποσταλεί νέο email επιβεβαίωσης από το disqus.com
Όποιος χρήστης της πλατφόρμας του disqus.com ενδιαφέρεται να αναλάβει διαχείριση (moderating) των σχολίων στα άρθρα του pronews.gr σε εθελοντική βάση, μπορεί να στείλει τα στοιχεία του και στοιχεία επικοινωνίας στο info3@pronews.gr και θα εξεταστεί άμεσα η υποψηφιότητά του.