Ένα ρομποτικό σύστημα που μπορεί να πραγματοποιεί αιμοληψία χωρίς άμεσο χειρισμό από επαγγελματία υγείας έλαβε το «πράσινο φως» από τον αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA), ανοίγοντας έναν νέο δρόμο για την αυτοματοποίηση ακόμη και των πιο συνηθισμένων ιατρικών πράξεων.

Η έγκριση δόθηκε στις 19 Αυγούστου μέσω της διαδικασίας De Novo και αφορά το πρώτο αυτόνομο σύστημα αυτού του τύπου που μπορεί να πάρει αίμα από το χέρι ενήλικου ασθενούς σε εξωνοσοκομειακό περιβάλλον.

Η τεχνολογία έχει αναπτυχθεί από την ολλανδική εταιρεία Vitestro και μπορεί να αναλάβει σχεδόν ολόκληρη τη διαδικασία, από τον εντοπισμό της κατάλληλης φλέβας μέχρι την ολοκλήρωση της αιμοληψίας.

Δεν καταργείται ο επαγγελματίας υγείας

Παρά το γεγονός ότι το ρομπότ λειτουργεί αυτόνομα, ο επαγγελματίας υγείας εξακολουθεί να έχει σημαντικό ρόλο.

Κάθε συνεδρία ξεκινά υπό την επίβλεψη εκπαιδευμένου επαγγελματία αιμοληψίας, ο οποίος παραμένει διαθέσιμος σε περίπτωση που παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα.

Μάλιστα, σύμφωνα με την περιγραφή της τεχνολογίας, ένας επαγγελματίας μπορεί να επιβλέπει έως και τρεις συσκευές ταυτόχρονα.

Έτσι, ο στόχος δεν είναι να αντικατασταθεί πλήρως το ανθρώπινο προσωπικό, αλλά να μειωθεί ο χρόνος που απαιτείται για κάθε αιμοληψία και να μπορεί ένας εργαζόμενος να διαχειρίζεται περισσότερους ασθενείς.

Πώς εντοπίζει τη φλέβα

Το σύστημα χρησιμοποιεί έναν συνδυασμό τεχνολογιών για να εντοπίσει τη σωστή φλέβα και να αποφύγει την παρακέντηση σε ακατάλληλο σημείο.

Συγκεκριμένα, αξιοποιεί εγγύς υπέρυθρο φως και υπερηχογραφική απεικόνιση, ενώ η τεχνολογία Doppler βοηθά στη διάκριση των φλεβών από τις αρτηρίες.

Αφού εντοπιστεί αγγείο που πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια, το ρομπότ μπορεί να:

  • εφαρμόσει την περίδεση στο χέρι,
  • προετοιμάσει το δέρμα,
  • τοποθετήσει τη βελόνα,
  • συλλέξει το αίμα στα κατάλληλα σωληνάρια,
  • αποσύρει και απορρίψει τη βελόνα,
  • τοποθετήσει επίθεμα στο σημείο της αιμοληψίας.

Αντίθετα, όταν δεν εντοπίζεται φλέβα που να θεωρείται κατάλληλη και ασφαλής, το σύστημα δεν προχωρά στην εισαγωγή της βελόνας.

Υπάρχουν επίσης μηχανισμοί ασφαλείας. Σε περίπτωση που ο ασθενής κινηθεί υπερβολικά ή προκύψει κάποια μη ασφαλής κατάσταση, η διαδικασία μπορεί να διακοπεί και να ειδοποιηθεί ο επόπτης.

Η μελέτη σε 1.633 ανθρώπους

Η απόφαση του FDA βασίστηκε μεταξύ άλλων σε κλινικά δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της τεχνολογίας.

Σε πολυκεντρική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Clinical Chemistry, το σύστημα δοκιμάστηκε σε 1.633 άτομα σε τρεις εξωνοσοκομειακές μονάδες αιμοληψίας στην Ολλανδία.

Όταν η συσκευή εντόπιζε κατάλληλη φλέβα και προχωρούσε στην παρακέντηση, η αιμοληψία ολοκληρωνόταν με επιτυχία από την πρώτη προσπάθεια στο 94,5% των περιπτώσεων.

Ακόμη και σε άτομα που είχαν αναφέρει ότι αντιμετωπίζουν δυσκολία στην εύρεση φλέβας, το ποσοστό επιτυχίας στην πρώτη προσπάθεια έφτασε το 92,7%.

Η αποτελεσματικότητα παρέμεινε υψηλή και στους μεγαλύτερους σε ηλικία ασθενείς, ενώ οι ανεπιθύμητες ενέργειες που συνδέθηκαν με τη χρήση της συσκευής χαρακτηρίστηκαν σπάνιες και ήπιες στα δεδομένα που αξιολογήθηκαν.

Γιατί θεωρείται σημαντική εξέλιξη

Η αιμοληψία αποτελεί μία από τις πιο συχνές διαδικασίες στην ιατρική. Ωστόσο, δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση, καθώς σε αρκετούς ασθενείς η φλέβα μπορεί να είναι δύσκολο να εντοπιστεί.

Παράλληλα, ο FDA έχει επισημάνει το ζήτημα της έλλειψης εκπαιδευμένου προσωπικού στον τομέα της αιμοληψίας στις ΗΠΑ, που μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερήσεις και μεγαλύτερη επιβάρυνση των δομών υγείας.

Η συγκεκριμένη τεχνολογία επιχειρεί να αντιμετωπίσει ένα μέρος αυτού του προβλήματος, μετατρέποντας τον ρόλο του επαγγελματία υγείας από εκείνον που εκτελεί κάθε αιμοληψία σε εκείνον που επιβλέπει περισσότερες διαδικασίες ταυτόχρονα.

Η έγκριση του FDA δείχνει παράλληλα ότι η ρομποτική τεχνολογία αρχίζει να επεκτείνεται πέρα από τα χειρουργεία και τις σύνθετες ιατρικές εφαρμογές.

Πλέον, ακόμη και μία τόσο συνηθισμένη διαδικασία όσο μία εξέταση αίματος μπορεί να πραγματοποιείται με τη βοήθεια ενός αυτόνομου ρομποτικού συστήματος.