Μια πρωτοποριακή επέμβαση στην Ιταλία ανοίγει νέους δρόμους στην οφθαλμολογία, καθώς για πρώτη φορά στον κόσμο πραγματοποιήθηκε μεταμόσχευση του κεντρικού τμήματος του αμφιβληστροειδούς, της ωχράς κηλίδας, με αποτέλεσμα μια γυναίκα που είχε χάσει την όρασή της για πέντε χρόνια να μπορέσει να δει ξανά.

Η ιστορική επέμβαση πραγματοποιήθηκε στο νοσοκομείο Μολινέτε του Τορίνο, με πρωταγωνίστρια μια 67χρονη γυναίκα, την Έλενα, η οποία είχε μείνει τυφλή μετά από σοβαρό τροχαίο ατύχημα.

Το ατύχημα είχε προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στο οπτικό νεύρο του αριστερού ματιού, με αποτέλεσμα τα οπτικά ερεθίσματα να μην μπορούν να μεταφερθούν στον εγκέφαλο.

Παράλληλα, το δεξί μάτι της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα λόγω εκφύλισης της ωχράς κηλίδας και εκτεταμένων βλαβών στον αμφιβληστροειδή και τον κερατοειδή.

Οι γιατροί αντιμετώπιζαν μια εξαιρετικά δύσκολη περίπτωση, καθώς μια κλασική μεταμόσχευση κερατοειδούς δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί λόγω της καταστροφής των απαραίτητων ιστών.

Η ομάδα του καθηγητή Μικέλε Ρεϊμπάλντι κατάφερε όμως να ξεπεράσει το πρόβλημα με μια πρωτοποριακή τεχνική. Οι επιστήμονες αξιοποίησαν υγιείς αλλά μη λειτουργικούς ιστούς από το αριστερό μάτι της ασθενούς και τους μετέφεραν στο δεξί.

Η μεταμόσχευση περιλάμβανε τον κερατοειδή, τον σκληρό χιτώνα, τον επιπεφυκότα αλλά και την ωχρά κηλίδα, κάτι που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά παγκοσμίως.

Με αυτόν τον τρόπο, οι γιατροί κατάφεραν να «συνδυάσουν» τα δύο προβληματικά μάτια και να δημιουργήσουν έναν λειτουργικό οφθαλμό που μπορεί να αντιλαμβάνεται ξανά το φως.

Η επέμβαση διήρκεσε σχεδόν έξι ώρες και, σύμφωνα με τους γιατρούς, τα πρώτα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, αν και χρειάζεται χρόνος για να διαπιστωθεί σε ποιο βαθμό ο μεταμοσχευμένος αμφιβληστροειδής θα μπορέσει να λειτουργήσει πλήρως.

Ο καθηγητής Μισέλ Πακ, ειδικός στις παθήσεις του αμφιβληστροειδούς στο Παρίσι, επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για μια παγκόσμια πρώτη στον χώρο της οφθαλμολογίας.

Παρότι η νέα τεχνική θεωρείται ιδιαίτερα ελπιδοφόρα, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες ώστε να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά της και το κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί σε περισσότερους ασθενείς στο μέλλον.