
Τα σχέδια για την επίθεση είχαν αρχίσει να καταστρώνονται στα τέλη του 1915.
Σύμφωνα με αυτά, προβλεπόταν κοινή επίθεση Βρετανών και Γάλλων στο μέτωπο βορείως (οι Βρετανοί) και νοτίως (οι Γάλλοι) της κοίτης του ποταμού Σομ.
Η μάχη του Βερντέν όμως διατάραξε το συμμαχικό σχεδιασμό.
Οι γαλλικές δυνάμεις έσπευσαν να ενισχύσουν τον απειλούμενο τομέα του Βερντέν.
Μοιραία λοιπόν το βάρος έπεφτε στους Βρετανούς.
Τον Απρίλιο του 1916 ο Βρετανός αρχιστράτηγος στρατάρχης Χέιγκ έλαβε την έγκριση της κυβέρνησής του για την εξαπόλυση της επίθεσης στον Σομ.
Μετά τη λήψη της οριστικής απόφασης οι στρατιωτικοί άρχισαν να καταστρώνουν τα σχέδια διεξαγωγής της επικείμενης μάχης.
Οι Βρετανοί επρόκειτο να επιτεθούν με την ενισχυμένη 4η Στρατιά τους – 21 μεραρχίες πεζικού.
Άλλες τρεις μεραρχίες πεζικού και πέντε ιππικού θα τίθεντο στη διάθεση του αρχιστράτηγου και θα ρίχνονταν στη μάχη σε περίπτωση διάσπασης του εχθρικού μετώπου, ως δύναμη εκμετάλλευσης της επιτυχίας.
Την επίθεση θα ενίσχυαν και οκτώ γαλλικές μεραρχίες πεζικού, στο νότιο άκρο του μετώπου εφόδου.
Υποβοηθητικά της κύριας επίθεσης θα δρούσε επίσης και η βρετανική 3η Στρατιά στο βόρειο άκρο του μετώπου εφόδου.
Οι Βρετανοί επρόκειτο να επιτεθούν στον αναπτύγματος 20 χλμ. περίπου τομέα του μετώπου από το χωριό Γκομεκούρτ στο Βορρά έως το χωριό Μαρικούρτ στο Νότο.
Βάσει του σχεδιασμού του Βρετανού αρχιστράτηγου Χέιγκ, τα βρετανικά στρατεύματα ήταν σε θέση να επιτύχουν την πλήρη διάσπαση του γερμανικού μετώπου.
Μόλις αυτό επιτυγχάνονταν, το βρετανικό ιππικό θα εφορμούσε να εκμεταλλευτεί το ρήγμα! 
Αντίθετα με τον Χέιγκ, ο διοικητής της 4ης Στρατιάς στρατηγός Ρόουλινσον θεωρούσε υπεραισιόδοξες τις προσδοκίες του αρχηγού του.
Γνώριζε πως οι Γερμανοί είχαν οργανώσει τρεις γραμμές άμυνας στην περιοχή, η καθεμία εκ των οποίων αποτελούνταν από επάλληλες σειρές χαρακωμάτων και σκυρόδετων πολυβολείων.
Τα γερμανικά τμήματα πεζικού ήταν δε εγκατεστημένα σε ειδικά διαμορφωμένα αμπρί, σκαμμένα σε βάθος 10 μέτρων στο έδαφος.
Ακόμα και η ισχυρότερη λοιπόν προπαρασκευή πυροβολικού, την οποία υποσχέθηκε ο Χέιγκ, δεν θα προκαλούσε στους Γερμανούς τόσες απώλειες ώστε το βρετανικό πεζικό να εκτελέσει «περίπατο».
Παρ’ όλα αυτά, με εισήγηση του Ρόουλινσον, το βρετανικό πυροβολικό θα βομβάρδιζε τις γερμανικές θέσεις επί πέντε συνεχόμενα μερόνυχτα, έτσι ώστε «να μη δώσουμε στον εχθρό την ευκαιρία να κοιμηθεί ή να μεταφέρει εύκολα τρόφιμα και πυρομαχικά».
Βάσει του σχεδίου πυρός του βρετανικού πυροβολικού τη ώρα 0 –την ώρα εκδήλωσης της εφόδου του πεζικού– θα αίρονταν τα πυρά κατά της πρώτης γερμανικής γραμμής άμυνας και θα άρχιζε να προσβάλλεται η δεύτερη.
Μόλις το πεζικό κυρίευε τη δεύτερη, θα προσβαλλόταν η τρίτη.
Με τον τρόπο αυτό ο Χέιγκ υπολόγιζε να διασπάσει εντελώς το εχθρικό μέτωπο.
Κατόπιν τούτου, το ιππικό του θα επιτίθετο εκατέρωθεν των χειλέων του επιτευχθέντος ρήγματος, έχοντας ως τελικούς αντικειμενικούς σκοπούς το Αράς και την Μπαπόμ.
Όλο τον Απρίλιο και το Μάιο οι Βρετανοί προετοιμάζονταν πυρετωδώς για την επίθεση.
Δρόμοι προς το μέτωπο ανοίχτηκαν, ώστε να διευκολυνθεί η μεταφορά ανδρών και εφοδίων στη ζώνη των πρόσω, κατασκευάστηκαν αμπρί και στέγαστρα για τα στρατεύματα, σιδηροτροχιές για τα τρενάκια μεταφοράς πυρομαχικών, έως τις θέσεις του πυροβολικού, εγκαταστάθηκαν τηλεφωνικές γραμμές μήκους 12.000 χλμ. και 200 χλμ. υδραγωγών για την παροχή νερού στα στρατεύματα της πρώτης γραμμής και τέλος συγκεντρώθηκαν 1.537 πυροβόλα και οβιδοβόλα τα οποία θα βομβάρδιζαν τις εχθρικές θέσεις.
Κάθε πυροβόλο είχε απόθεμα βλημάτων της τάξης των 3.000 περίπου βολών.
Για την προστασία από τα αδιάκριτα μάτια όλων αυτών των τεράστιας έκτασης προετοιμασιών, επιστρατεύτηκε το Βασιλικό Ιπτάμενο Σώμα (RFC), το οποίο και κατόρθωσε να εκτοπίσει από τους άνω του Σομ ουρανούς τα γερμανικά αεροσκάφη.
Παρ’ όλα αυτά, οι Γερμανοί είδαν τις βρετανικές προετοιμασίες από τα στατικά αερόστατα παρατήρησης που διέθεταν και προετοιμάστηκαν όσο καλύτερα μπορούσαν.
Ο αρχικός σχεδιασμός του Χέιγκ προέβλεπε το βομβαρδισμό των γερμανικών θέσεων επί πέντε μερόνυχτα, από τις 24 έως τις 28 Ιουνίου. 
Λίγο πριν την έφοδο του πεζικού, στις 29 Ιουνίου, θα εξαπολυόταν το τελικό μπαράζ.
Η έναρξη της επίθεσης όμως μετατέθηκε για την 1η Ιουλίου και μαζί της επεκτάθηκε ο χρόνος της προπαρασκευαστικής βολής του πυροβολικού.
Τα βρετανικά πυροβόλα θα έβαλλαν για επτά συνεχόμενα μερόνυχτα.
Η περιγραφή ενός Γερμανού μαχητή είναι ενδεικτική: «Το εχθρικό πυρ δεν παύει καθόλου. Πλήττει μέρα και νύχτα την πρώτη μας γραμμή, εξοντώνοντας τους αμυνόμενους. Πλήττει όλες τις οδεύσεις προς την πρώτη γραμμή. Είναι η κόλαση».
Τα γερμανικά τμήματα στα βαθιά αμπρί τους ήταν ουσιαστικά ασφαλή από τις συνέπειες του βομβαρδισμού.
Ο ψυχολογικός αντίκτυπος όμως ήταν ανυπολόγιστος.
Κλεισμένοι στα ανήλιαγα αμπρί, νιώθοντας το έδαφος να τραντάζεται από τις εκρήξεις, άυπνοι και νηστικοί για επτά μέρες, οι Γερμανοί στρατιώτες είχαν μετατραπεί σε ανθρώπινα φαντάσματα.
Υπολογίζεται ότι το βρετανικό πυροβολικό έβαλε περισσότερες από 750.000 βολές κατά τη διάρκεια του προπαρασκευαστικού βομβαρδισμού.
Ο Ρόουλινσον, κατάπληκτος από την ένταση του βομβαρδισμού, δήλωσε στους σωματάρχες του πως τίποτε ζωντανό δεν είχε απομείνει.
Το πεζικό αρκούσε να βαδίσει έως τις εχθρικές θέσεις για να τις καταλάβει.
Την 1η Ιουλίου 1916, μετά τον τελικό βομβαρδισμό των γερμανικών θέσεων με άλλα 250.000 βλήματα, το βρετανικό πεζικό άφησε τα χαρακώματά του και άρχισε να διασχίζει τη νεκρή ζώνη μεταξύ των δικών του και των εχθρικών θέσεων.
Σε άψογους σχηματισμούς, παραφορτωμένοι με πυρομαχικά, τρόφιμα και εργαλεία –υπολογίζεται ότι κάθε Βρετανός στρατιώτης έφερε μαζί του εξοπλισμό βάρους 30 τουλάχιστον κιλών– οι Βρετανοί βάδιζαν ατάραχα, πολλές φορές υπό τους ήχους της γκάιντας, κατά των εχθρικών θέσεων που όλοι τους νόμιζαν εγκαταλελειμμένες ή κατεστραμμένες.
Ξαφνικά όμως τα γερμανικά πυροβόλα άρχισαν να βάλλουν και να θερίζουν γραμμές ολόκληρες Βρετανών.
Ακολούθησε πανδαιμόνιο. Οι άνδρες, λόγω του βάρους, δεν μπορούσαν να κινηθούν γρήγορα ούτε να ελιχθούν. 
Με εξαίρεση τον τομέα του 13ου Βρετανικού Σώματος Στρατού, όπου οι Βρετανοί κέρδισαν έδαφος με υποφερτές απώλειες, στα υπόλοιπα 18 χλμ. του μετώπου αντιμετώπισαν σκληρή αντίσταση από τους απελπισμένους Γερμανούς, οι οποίοι επιτέλους μπορούσαν ύστερα από επτά ημέρες και νύχτες να αντικρίσουν τον εχθρό.
Την πρώτη μέρα της επίθεσης οι Βρετανοί υπέστησαν απώλειες της τάξης των 60.000 ανδρών, χωρίς ουσιαστικό εδαφικό ή έστω στρατηγικό κέρδος.
Επρόκειτο για μια άνευ προηγουμένου σφαγή.
Ιδιαίτερα στον βόρειο τομέα και παρά τις ανατινάξεις των εχθρικών θέσεων με υπογείως τοποθετημένα εκρηκτικά («νάρκες», στην ορολογία της εποχής) ένα ολόκληρο βρετανικό σώμα στρατού ουσιαστικά σφαγιάστηκε – 14.000 απώλειες, σχεδόν 50% της αρχικής του δύναμης.
Την επομένη οι Γερμανοί αντεπιτέθηκαν κατά των βρετανικών τμημάτων του νοτίου τομέα, των μόνων που είχαν κερδίσει λίγο έδαφος, για να υποστούν με τη σειρά τους φρικτές απώλειες.
Στο μεταξύ, η βρετανική διοίκηση, η οποία θεώρησε τον αριθμό των απωλειών λογικό, αποφάσισε να συνεχίσει την επίθεση στον νότιο τομέα, εκεί που είχε να παρουσιάσει μια μικρή έστω επιτυχία.
Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν τις δύο πρώτες εβδομάδες του Ιούλιο, παρά την απότομη κακοκαιρία που έπληξε την περιοχή, καθιστώντας ακόμα πιο μίζερη τη ζωή των ανδρών.
Κάθε βρετανική επίθεση που είχε ως αποτέλεσμα την κατάληξη λίγων τετραγωνικών μέτρων εδάφους, ακολουθούνταν από γερμανική αντεπίθεση για την ανακατάληψη των λίγων αυτών τετραγωνικών.
Ουσιαστικά η μεγάλης κλίμακας επίθεση διάσπασης του εχθρικού μετώπου που ονειρευόταν ο Χέιγκ είχε εκφυλιστεί σε έναν αιματηρό αγώνα για την κατοχή ενός δάσους, ενός χωριού ή και λίγων μέτρων χαρακωμάτων.
Στις 14 Ιουλίου, κατόπιν τριήμερου βομβαρδισμού, οι βρετανικές δυνάμεις, οι οποίες στο μεταξύ είχαν κατορθώσει να απωθήσουν τους Γερμανούς περίπου 2 χλμ. από τις αρχικές τους θέσεις, επιτέθηκαν στον κεντρικό τομέα της δεύτερης γερμανικής γραμμής άμυνας.
Υπό την προστασία, για πρώτη φορά, κυλιόμενου φραγμού πυροβολικού, το βρετανικό πεζικό επιτέθηκε και διέσπασε τη γερμανική άμυνα σε μήκος μετώπου 6 χλμ.
Τα χωριά Μικρό Μπαζεντίν και Μεγάλο Μπαζεντίν κατελήφθησαν.
Αντίθετα, οι Γερμανοί άντεξαν στο δάσος της Ντελβίλ – το οποίο βρισκόταν λίγες εκατοντάδες μέτρα ανατολικότερα των χωριών.
Όσο οι Γερμανοί κρατούσαν το δάσος, δεν μπορούσε να υπάρξει αξιοποίηση της αρχικής επιτυχίας.
Κατά των αμυνόμενων στο δάσος, οι Βρετανοί στρατηγοί αποφάσισαν να στείλουν το ιππικό τους. 
Αυτό όμως, καθώς στάθμευε σε απόσταση 16 χλμ. στα μετόπισθεν, δεν έφτασε παρά το βράδυ στην τοποθεσία συγκέντρωσης.
Στο μεταξύ οι Γερμανοί είχαν ισχυροποιήσει την άμυνά τους.
Για τις επόμενες πέντε μέρες και νύχτες οι δύο στρατοί πολεμούσαν σκληρά για την κατοχή του δάσους, του οποίου όλα τα δένδρα είχαν ξεριζωθεί από τις οβίδες του πυροβολικού.
Τελικά, το δάσος κατελήφθη από την Νοτιοαφρικανική Ταξιαρχία με κόστος όμως το 75% της αρχικής της δύναμης!
Όλος ο υπόλοιπος Ιούλιος και ο Αύγουστος κύλησαν με μικροεπιθέσεις και συνεχείς βομβαρδισμούς πυροβολικού.
Ο Χέιγκ όμως δεν είχε παραιτηθεί των σχεδίων του. Προετοίμασε τις δυνάμεις τους για ανανέωση της επίθεσης στα μέσα Σεπτεμβρίου.
Πραγματικά, στις 06.20 της 15ης Σεπτεμβρίου 1916 δύο βρετανικά σώματα εξόρμησαν υπό την κάλυψη κυλιόμενου φραγμού πυροβολικού και υπό την προστασία, για πρώτη φορά στην Ιστορία, 34 αρμάτων μάχης.
Είχε προηγηθεί τριήμερος βομβαρδισμός των γερμανικών θέσεων.
Τρεις μέρες διήρκεσε η νέα μάχη και είχε ως αποτέλεσμα, πέραν των χιλιάδων απωλειών εκατέρωθεν, την κατάληψη από τους Βρετανούς λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων εδάφους.
Παρ’ όλα αυτά το γερμανικό μέτωπο δεν διασπάστηκε. Οι σκληροτράχηλοι Γερμανοί απλώς υποχώρησαν λίγο πιο πίσω και οργάνωσαν νέα αμυντική γραμμή.
Τα δε άρματα, στα οποία τόση πίστη έδιδαν οι Βρετανοί στρατηγοί, δεν πέτυχαν πολλά.
Τα πρώτα αυτά υποδείγματα αρμάτων Μk I Male και Female, ήταν επιρρεπή σε κάθε λογής μικρές και σοβαρές βλάβες.
Από την άλλη, δεν είχαν τη δυνατότητα να διασχίζουν το σεληνιακό, γεμάτο κρατήρες από τις οβίδες των πυροβόλων, τοπίο και είχαν εξαιρετικά μικρή ταχύτητα.
Λίγες μέρες αργότερα πάντως οι Βρετανοί επανέλαβαν τις επιθέσεις τους και κέρδισαν ακόμα λίγο έδαφος, χωρίς και πάλι να επιτύχουν τη διάσπαση του γερμανικού μετώπου. 
Και στη γερμανική πλευρά όμως δεν ήσαν όλα ρόδινα.
Η εμμονή του Γερμανού αρχιστράτηγου Φαλκενχάιν στη διενέργεια άμεσων αντεπιθέσεων για την ανακατάληψη του χαμένου εδάφους, είχε ως αποτέλεσμα ο Γερμανικός Στρατός να υποστεί σοβαρότατο πλήγμα, ανάλογο αυτού των αντιπάλων του.
Ακόμα, αρνητικά είχε επιδράσει στο ηθικό των Γερμανών στρατιωτών η εικόνα που παρουσίαζαν τα άρματα μάχης του αντιπάλου, απέναντι στα οποία αισθάνονταν και ήσαν ανίσχυροι.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Κάιζερ απομάκρυνε τον Φαλκενχάιν από τη θέση του και τον αντικατέστησε με τον στρατάρχη φον Χίντεμπουργκ.
Στο μεταξύ, ο Χέιγκ ετοίμαζε νέα μεγάλη επίθεση, η οποία θα εξαπολύονταν στις 12 Οκτωβρίου, σε συνεργασία με τους Γάλλους αυτή τη φορά.
Η νέα αυτή επίθεση υπήρξε μια ακόμα αιματηρότατη αποτυχία, ιδιαιτέρως για τα γαλλικά τμήματα.
Οι επιθέσεις ωστόσο συνεχίστηκαν έως τις 3 Νοεμβρίου, επιτυγχάνοντας μικρά εδαφικά κέρδη με υψηλό όμως κόστος σε ανθρώπινες ζωές.
Η τελική επίθεση εξαπολύθηκε στις 18 Νοεμβρίου, αλλά συντρίφθηκε εν τη γενέσει της από το γερμανικό πυροβολικό και τα σφοδρά πυρά πολυβόλων.
Η μάχη του Σομ διήρκεσε συνολικά 140 ημέρες και έμεινε κυρίως γνωστή για τον επταήμερο αρχικό βομβαρδισμό, για τη χρήση για πρώτη φορά κυλιόμενου φραγμού πυροβολικού και αρμάτων μάχης και για τις φρικτές απώλειες που υπέστησαν οι αντιμαχόμενοι.
Οι Βρετανοί έλαβαν τη μερίδα του λέοντος αναφορικά με τις απώλειες του συμμαχικού στρατοπέδου, διαγράφοντας 420.000 άνδρες τους από τη διάταξη μάχης των στρατιών τους – νεκροί, τραυματίες, αιχμάλωτοι και εξαφανισθέντες.
Οι Γάλλοι, παρά τον μικρό σχετικά χρόνο συμμετοχής τους, κατόρθωσαν να υποστούν 180.000 απώλειες. 
Οι Γερμανοί επίσης υπέστησαν απώλειες της τάξης των 500.000 ανδρών.
Το χειρότερο όμως ήταν η φρικτές μνήμες που βασάνιζαν έκτοτε τους επιζήσαντες και ο τρόμος τους απέναντι στο βομβαρδισμό και στα εχθρικά άρματα μάχης. «Νιώθουμε ανίσχυροι απέναντι σε αυτά τα σιδερένια τέρατα. Οι χειροβομβίδες μοιάζουν σαν σπίρτα απέναντι τους», έγραφε ένας Γερμανός στρατιώτης.
Μετά τη μάχη του Σομ, πάντως, το δίδυμο Χίντεμπουργκ-Λούντεντορφ, το οποίο πήρε στα χέρια του την τύχη του Γερμανικού Στρατού, εγκατέλειψε την πρακτική των αιματηρών αντεπιθέσεων και υιοθέτησε την τακτική της ελαστικής άμυνας.
Λίγο μετά τη μάχη του Σομ, ο Γερμανικός Στρατός υποχώρησε πίσω από μια νέα οχυρωματική γραμμή – γραμμή «Χίντεμπουργκ».
Εκεί κράτησε τις συμμαχικές επιθέσεις για δύο σχεδόν έτη, πριν αντεπιτεθεί ο ίδιος στο Δυτικό Μέτωπο.
Tο pronews.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το pronews.gr ουδεμία νομική ή άλλα ευθύνη φέρει.
Δικαίωμα συμμετοχής στη συζήτηση έχουν μόνο όσοι έχουν επιβεβαιώσει το email τους στην υπηρεσία disqus. Εάν δεν έχετε ήδη επιβεβαιώσει το email σας, μπορείτε να ζητήσετε να σας αποσταλεί νέο email επιβεβαίωσης από το disqus.com
Όποιος χρήστης της πλατφόρμας του disqus.com ενδιαφέρεται να αναλάβει διαχείριση (moderating) των σχολίων στα άρθρα του pronews.gr σε εθελοντική βάση, μπορεί να στείλει τα στοιχεία του και στοιχεία επικοινωνίας στο info3@pronews.gr και θα εξεταστεί άμεσα η υποψηφιότητά του.